JotD / QotD Ελληνική Λίστα Ανεκδότων (JotD)


Θέμα: Τσιφόρος 1/2



(nil): leda Sfirikidou (ledas(@)ac.anatolia.edu.gr)
Ημερομηνία: Δευ 01 Ιούν 1998 - 10:18:17 EEST

Καλημέρα και Καλό Μήνα σε όλους!
Τσιφόρος και πάλι, αυτή τη φορά όμως σε δύο μέρη:

Ο ΚΥΚΛΟΣ 1

        Γεννήθηκα στο Μανχάιμ, μια πόλη που πλένει τα πόδια της στην ασημένια
φαρδειά κορδέλλα του Ρήνου. Πατέρας μου πρέπει να ήταν κάποιο εργοστάσιο
πορσελάνας και μητέρα δεν γνώρισα, είμ' ένα παιδί αγνώστου μητρότητος.
Λίγον καιρό ύστερ' από την γέννησή μου, μου φόρεσαν ένα φόρεμα με
χρωματιστά μπλε λουλούδια και με φορτώσανε σε μια κάσα, μαζί μ' ένα σωρό
άλλους πορσελάνινους αδελφούς μου. 'Εξω από την κάσα έγραφε "άχτουνγκ",
που θα πει προσοχή. Αυτό υπήρξε το εκπαιδευτικό μου ταξίδι. Βρέθηκα σε
μια πόλη γεμάτη φως, ζέστη και έντομα. Λένε ότι επρόκειτο για μια ένδοξη
πόλη, που είχε ιστορία, χρυσούς αιώνες και λακούβες στην άσφαλτο.
        Η βιτρίνα υπήρξε ένα είδος ανωτέρων σπουδών. Απ' έξω περνούσαν άνθρωποι
που ίδρωναν το καλοκαίρι και τουρτούριζαν το χειμώνα. 'Ηταν οι ίδιοι κι
αυτό μου γέννησε τη θεωρία ότι οι άνθρωποι δεν βρίσκουν πουθενά μια
ευχάριστη κατάσταση. Οι μεγαλοπρεπείς κυρίες με προγούλια και με γούνες
στεκόντουσαν να με θαυμάσουν. Λέγανε πάντοτε "Τι ωραίο βάζο" κι αυτό με
έκανε να καμαρώνω βλακωδώς. Ο έμπορος όμως που με είχε κουβαλήσει με
κοιτούσε πάντα με κάποιο μίσος. "Τι θα γίνει μ' αυτό το ρημάδι; Δεν θα το
πουλήσουμε καμιά φορά;" έκανε σαν πατέρας που δεν μπορεί να παντρέψει μιαν
άσκημη κόρη του. Από τότε μίσησα τους εμπόρους γιατί κατάλαβα ότι είναι
μια παρακατιανή τάξη σωματεμπόρων.
        Επί τέλους κάποτε, μπήκε στο μαγαζί ένας κύριος με φαλάκρα και βλακώδη
φυσιογνωμία απατωμένου συζύγου. Η κυρία του είχε μια μεγαλοπρέπεια
ογδόντα καλοτρεφομένων κιλών και έβαφε την πρόσοψή της με χτυπητά χρώματα.
Με είδε και ξεφώνισε:
        - Να, Αριστομένη! Αυτό είναι ό,τι χρειάζεται.
        Ο έμπορος με πήρε στο χέρι του με μια στοργή πρωτοφανή κι άρχισε να
εκθειάζει τις αρετές μου σε σημείο που μ' έκανε να ντρέπομαι. Ούτ' ένας
Ναπολιτάνος δε θάλεγε τόσα πολλά προκειμένου να πλασάρει μια μικρή στο
Καστέλλο ντελ 'Οβο. Το ζευγάρι πείστηκε απόλυτα, έδωσε χρήματα, μια
διεύθυνση, κι έφυγε μέσα στο άρμα της μακαριότητος.
        Δυό μέρες αργότερα, βρέθηκα μαζί μ' ένα σωρό άλλα αντικείμενα πάνω σ' ένα
μεγάλο τραπέζι. 'Ολα μαζί είμαστε δώρα γαμήλια. Υπήρχαν άλλα βάζα,
πορτατίφ, ηλεκτρικά είδη, είδη κουζίνας, σερβίτσια και μαχαιροπήρουνα.
'Ηταν κι ένας κύριος πολυέλαιος, που τον έλεγαν "Μουράνο", και καμάρωνε
πολύ το όνομά του. Οι καλεσμένοι μας κοιτάζανε με πολλή προσοχή, οι
περισσότεροι ψάχνανε να δούνε αν οι κάρτες τους βρισκόντουσαν σε μέρος που
να φαίνονται καλά. 'Υστερα έγινε η τελετή, με μια πανευτυχή νύφη, ντυμένη
στα κάτασπρα κι έναν φουκαρά γαμπρό, ντυμένο στα μαύρα. 'Ακουσα μουσική,
υπαινιγμούς και γέλια. Με ξέχασαν όμως πολύ γρήγορα, γιατί, όπως έμαθα, οι
νεόνυμφοι πήγαν στην Κέρκυρα, ένα νησί τόσο όμορφο, ώστε οι άνθρωποι το
θεωρούν υποχρέωση να μολύνουν την ομορφιά του με νεονύμφους.
        Οι εντυπώσεις μου για το γάμο είναι λίγο περίεργες. Αρχίζει πάντα με μια
γιορτή μεγαλειώδη και καταλήγει σε τέτοιες εκφράσεις, που απορώ αν τις
μεταχειρίζονται οι φορτοεκφορτωτές των λιμανιών. Δέκα μέρες μετά την άφιξή
τους, η νυφούλα αποπειράθηκε να με σπάσει στο κεφάλι του ανδρός της.
Ευτυχώς βρήκε πιο πρόχειρο ένα τασάκι, του το πέταξε και γλύτωσα. 'Οταν
συμφιλιωθήκανε στεναχωρήθηκαν πολύ για το τασάκι και τούβαλε στον
καρούμπαλο λευκοπλάστ.
        Κάποτε το καλαντάρι έδειξε μια γιορτή. Οι νεόνυμφοι σκέφτηκαν πολύ κι
ύστερα με κοιτάξανε με ύφος κανιβάλου.
        - Αυτό το βάζο είναι φαιδρό, είπε η κυρία. Πού να δίνουμε τώρα λεφτά για
καινούριο. Δε στέλνουμ' αυτό;
        - Ωραία, είπε ο κύριος. Προκειμένου να σπάσει στο κεφάλι μου, καλύτερα να
το πάρει ο Παντελής για τη γιορτή του.
        Με τύλιξαν λοιπόν μεγαλοπρεπώς και με πήγαν σ' ένα σπίτι που αεριζόταν μ'
ανεμιστήρες. Είπαν "χρόνια πολλά", κι ο Παντελής που φαίνεται να ήταν ο
νέος μου αφεντικός, έδειξε καταπληκτικό ενθουσιασμό όταν με ξετύλιξε. Με
είπε και "υπέροχο". Αργότερα μόνο, όταν έμεινε μόνος με τη γυναίκα του,
κούνησε το κεφάλι του.
        - Για δες αηδίες, μ' έδειξε. Μα δεν έχουν λοιπόν κανένα γούστο αυτά τα
κτήνη;
        Η κυρία δεν με πρόσεξε. Ετοίμαζε τις βαλίτσες της να πάει ταξίδι
παραθερισμού. Εγώ όμως γέμισα αηδία. Και σχημάτισα την εντύπωση, ότι οι
άνθρωποι λένε πάντα τα αντίθετα από εκείνα που σκέπτονται.

---------------------
Αύριο η συνέχεια και το τέλος

λήδα
CARPE DIEM

______________________________________________________________________

 Joke of the Day ... Ελληνική Λίστα Ανεκδότων
 Πληροφορίες --> https://anekdota.duckdns.org/jokes_list.html
______________________________________________________________________


Γραφτείτε και εσείς στην Ελληνική Λίστα ανεκδότων (JotD) και στείλτε τα ανέκδοτά σας!!!

Επιστροφή στον κεντρικό κατάλογο αυτού του αρχείου