JotD / QotD Ελληνική Λίστα Ανεκδότων (JotD)


Θέμα: Τζον Καρύδις



(nil): Nikos Tsekhs (ntsek(@)freemail.gr)
Ημερομηνία: Κυρ 06 Απρ 2003 - 17:10:31 EEST

Ο σύνδεσμος ‘Τιραμισού’ με περίμενε εκείνο το απόγευμα, στο τρίτο παγκάκι
του Πάρκου της Βικτώριας. Στις 5 ακριβώς πέρασα την δυτική πύλη και
περπάτησα μέσα απο ένα μονοπάτι με λεύκες μέχρι που έφτασα στο ανοιξιάτικο
περίπτερο. Απο ‘κεί έκανα τον κύκλο του κήπου με τις τριανταφυλλίες όπως
πρόσταζε στο γράμμα. Σταμάτησα και έλεγξα την ώρα στο ρολόι μου και στις
5:15 κατευθύνθηκα προς το καθορισμένο σημείο συνάντησης. Φορούσε το
κόκκινο παλτό και υφάντινο κασκόλ γύρω απο τον λαιμό. Κάθισα δίπλα και
άνοιξα την εφημερίδα στην 3η σελίδα.

«Συγγνώμη», απευθύνθηκε προς εμένα μετά απο λίγα λεπτά. «Όταν τελειώσετε
με την σελίδα, μπορώ να πάρω το απόκομμα με την συνταγή για τιραμισού;».
Γύρισα προς το μέρος της απορημένος, στην αρχή, και ρώτησα με ευθυμία αν
της αρέσουν τα τιραμισού. Τώρα που την έβλεπα en fance, μ’άρεσαν τα μεγάλα
της μάτια και οι φακίδες στη μύτη. Την κάλεσα λοιπόν για ένα γλυκό στο
πλησιέστερο patisserie.
«Τζον Καρύδις», συστήθηκα, «δημοσιογράφος».
«Έχω διαβάσει άρθρα σας. Αννετ Ρανπλαν, φοιτήτρια φιλοσοφίας και
ψυχολογίας. Πάμε; Πεινάω»

Την οδήγησα μέσα απο το πάρκο σχολιάζοντας κάθε τόσο τους κήπους με τα
λουλούδια ή τα παιδιά που έπαιζαν κοντά στην λίμνη. Έμαθα πως ερχόταν
αρκετά απογεύματα εδώ και ζωγράφιζε σκίτσα. Έμαθα επίσης πως είχε ένα
αγαπημένο μέρος, «μυστικό και μαγικό», μου είπε, που συνομιλούσε με
φτερωτά πνεύματα και ξωτικά. Τα βρήκα όλα πολύ χαριτωμένα, αλλά λίγο
υπερβολικά. Αν και επίσημα Άνοιξη, έκανε ακόμη ψύχρα, γι’αυτό υποδέκτηκα
με ευχαρίστηση το κύμα της ζέστης που μας αγκάλιασε μόλις μπήκαμε στην
καφετερία.

Τα τζάμια είχαν θολώσει απο τις αχνιστές ανάσες και μου έτρεξαν τα σάλια
στη θέα όλων εκείνων των γλυκών στην βιτρίνα. Το έκρυψα ευγενικά και
αρκέστηκα σε ένα κομμάτι. Η Αννετ είχε τυλίξει τα δάκτυλα με ευλάβεια γύρω
απο την αχνιστή κούπα του καφέ και έφερε το πρόσωπό της πολύ κοντά στο
στόμιο. Υποπτευόμουν πως η μύτη και τ’αυτία της είχαν παγώσει, όπως και τα
δικά μου. Μ’άρεσε γιατί βούτηξε το δάκτυλο και μάζεψε λίγο απο τον αφρό
του καφέ, φέρνοντάς τον δοκιμαστικά στο στόμα. Μ’άρεσε κι όταν έβρεξε το
δάκτυλο και ξεκίνησε να μαζεύει τα ψίχουλα του γλυκού που είχαν απομείνει
στο πιάτο. Ήταν χαμογελαστή και με κοιτούσε συνεχώς στα μάτια. Σαν ένας
άνθρωπος που δεν είχε τίποτα να κρύψει. Ξέγνοιαστη, όπως πρόσταζαν τα
νιάτα της.

Όταν βγήκαμε είχε πια βραδυάσει. Όχι εντελώς μα αρκετά για να της προτείνω
να την συνοδεύσω μέχρι την στάση του λεωφορείου. Αρνήθηκε βέβαια, αλλά με
ρώτησε αν μπορούσε, τώρα, να πάρει το απόκομμα. Της πρόσφερα ολόκληρη την
εφημερίδα, και έκπληκτη με ρώτησε αν δεν την χρειαζόμουν. «Μπά, την έχω
διαβάσει. Κι έτσι κι αλλιώς την έχω εγώ αυτήν την συνταγή». Αστειεύτηκα
γιατί μ’άρεσε να την βλέπω να χαμογελά. Την τύλιξα και της την έδωσα. «Θα
σε ξαναδώ;» Μια απο τις βασικές προϋποθέσεις της οργάνωσης ήταν να μην
συσχετίζονται οι συνδέσμοι με τα μη-μέλη καθότι αυτό θα απειλούσε, όχι
μόνο να ξεσκεπάσει την ταυτότητα των μελών, που ήταν μυστική, αλλά και να
τινάξει όλη την οργάνωση. «Η επιτυχία μας στηρίζετε στην εχεμύθεια», είχε
πεί ο Κρίστιαν Μπούνκε. «Όχι». Μου γύρισε την πλάτη απότομα και
απομακρύνθηκε. Ένα μπουκέτο απο μπούκλες και άρωμα και κόκκινο φλας με
αγκάλιασαν καθώς έπιανα τον ξεψυχισμένο ήχο των τακκουνιών της στο πέτρινο
δρομάκι.

Η αποστολή εξετελέστη, σκέφτηκα. Οι όποιες πληροφορίες, βρίσκονταν μέσα σε
εκείνο το ρολό της εφημερίδας, και όσο αφορά εμένα, η Αννέτ Ρανπλαν δεν
υπήρξε ποτέ.Ούτε αυτή, ούτε τα μεγάλα της μάτια, ούτε οι φακίδες στη
μύτη...
«Παρ’ολ’αυτά, χαριτωμένη»...

***

Η Χάρμπουρ Στρητ, είναι ενας πεζόδρομος που περνά δίπλα απο το παλιό
λιμάνι, σ’ένα απομονωμένο σημείο της πόλης, αρκετά μακρυά απο το σημερινό
κέντρο. Κάποτε εμπορική οδός, τώρα φιλοξενούσε υπόγειες ταβέρνες,
μπορδελομάγαζα, γιάφκες του υποκόσμου και παράνομες λέσχες. Πουτάνες,
εγκληματίες, κομπιναδόροι και πρεζόνια, όλοι εδώ, όλοι μαζεμένοι στο
μεγάλο, σκοτεινό άνδρο της Χάρμπουρ.

Γιόρταζα τα τριακοστά δεύτερα γενέθλιά μου στο συνηθισμένο μπαρ που
καταφεύγω αρκετές φορές την βδομάδα, το ‘Κόκκινο Λιοντάρι’. Ήταν αργά,
Τετάρτη νύχτα, και κοιτούσα αμίλητος τους θαμώνες του μαγαζιού. Είναι μια
απο τις πολλές, ετοιμόρροπες αποθήκες σιταριού που μετατράπηκαν σε μια
απ’εκείνες τις πολλές ετοιμόρροπες αγγλικές παμπ που σύχναζαν μέσα κάποια
απ’τα πολλά αγγλικά καθάρματα....
Σκοτεινή, γεμάτη θολούρα από τον καπνό, έσταζε ιδρώτας απ’το ταβάνι και
έγλυφε τους κίτρινους τοίχους, επενδυμένους με εκείνο το φτηνό και
κακόγουστο εμετιτικό χαρτί. Παντού τοιχοκολλημένα κίτρινα, μικρά
λουλουδάκια, σε τακτική σειρά... κι έπειτα κάδρα με αγριωπές μούρες
ναυτικών... και πιο μετά, άγριες μούρες αλκοολικών που σου γρύλιζαν με τα
πλαϊνά δόντια κάθε φορά που τους κοιτούσες... κοκκινωποί, αξύριστοι και
κοιλαράδες. Με σχέδια στα μπράτσα και λεκέδες κάτω απο τις μασχάλες. Με
λασπωμένα παπούτσια και γελοία κοσμήματα. Μιλούσαν και έπιναν το ένα πάιντ
μετά το άλλο. Ρέβονταν, ίδρωναν, έφτυναν, κάπνιζαν, έβριζαν, τραγουδούσαν,
φώναζαν, ξεκινούσαν καυγάδες, χτυπιόντουσαν, έσπαζαν τις μύτες τους,
έπιναν κι άλλο, διηγόντουσαν τις περιπέτειές τους με τις γυναίκες,
αντάλλαζαν πληροφορίες, παρεξηγόντουσαν, ξαναβρίζονταν, ξαναπλακώνονταν...
Κάθε τόσο σκούπιζα το κούτελό μου που ίδρωνε ολοένα και πιο συχνά. Έκανε
αφόρητη ζέστη. Η μυρωδιά του ζύθου και η γεύση του που κυλούσε στο αίμα
μου δεν βοηθούσαν. Ίσως να έφταιγε και η σερβιτόρα. Δεν ήταν πολύ ωραία,
αλλά είχε μεγάλα βυζιά που κουνιόντουσαν σαν κουδούνες κάθε φορά που
έτρεχε. Είχε ωραία μάτια, μα πρόστυχο βλέμμα, και αυτό με απωθεί στις
γυναίκες.

Έπινα ανενόχλητος την κρύα μπύρα, κάπνιζα μαύρο και έψαχνα στα κρυφά να
βρώ την πιο κόκκινη μύτη του μαγαζιού. Κάθε φορά μπαίνει διαφορετική
πρόκληση: τα πιο μεγάλα αυτιά, τα πιο μαυρισμένα νύχια, ο πιο παράφωνος...
Αυτή τη φορά, νικητής ήταν σίγουρα ένας μικροκαμωμένος, ρέτρο τύπος με
γελοία γραββάτα, που καθόταν μοναχός του στη μέση της αίθουσας, κοιτώντας
με ευλάβεια και βλακεία το ποτήρι του. Ξανθούλης, με κοντά μαλλιά που
είχαν ξεκινήσει να αραιώνουν και φαβορίτες εποχής. O αφρός της μπύρας είχε
πιαστεί πάνω στο περιποιημένο του μουστάκι, καθώς λέξεις σιγομουρμουριστές
ξέφευγαν απο τα λεπτά, λεπιδένια του χείλη. Μονολογούσε και δεν φαινόταν
να ενοχλήτε από τα περιστασιακά πειράγματα των διπλανών τραπεζιών. Λίγο
πρίν κουτουλήσει μετωπικά με τον ξύλινο πάγκο, αγκάλιασε με μεθυσμένο
βλέμμα το ταβάνι, έκανε δύο-τρείς στροφές το κεφάλι του και αμόλησε μια
χαρούμενη κραυγή. Την επόμενη στιγμή όλοι τον κοιτούσαν. Αυτός όμως ξερός,
με ώμους κρεμμασμένους, και το αναποδογυρισμένο ποτήρι να κυλά προς το
μπαρ.
Η μπύρα έσταζε με ακρίβεια σταγονόμετρου στο έδαφος: μπλιπ-μπλιπ-μπλιπ.

Η βραδυά μου είχε φανερά φτάσει στο τέλος της. Το στριφτό έσβηνε, η στάθμη
της μπύρας μειωνόταν σημαντικά, η μουσική χαμήλωνε και κάπου εδώ και τρία
λεπτά παρατηρούσα αφηρημένος κάτι πράσινες κηλίδες στον τοίχο και
προσπαθούσα να αποφασίσω εαν ήταν μέρος του τυπωμένου χαρτιού ή αποτέλεσμα
μούχλας. Θα πλησίαζα πιο κοντά αν δεν...

...Αν δεν άνοιγε η πόρτα τόσο απότομα κι αν το κρύο ρεύμα που έλουσε το
μαγαζί δεν με ξυπνούσε απο την αλκοολική μου ύπνωση. Τα πνευμόνια μου για
λίγο καθάρισαν απλά για να ξαναγεμίσουν με πιότερο καπνό και βρώμα. Και
απ’το κατώφλι είδα να περνά μια παρέα αλλόκοτη. Το στήσιμο του σώματός
τους, το βλέμα τους και μόνο, μαρτυρούσε προβλήματα. Πρώτα μπήκε ένας
ψηλός, γεροδεμένος τύπος που το χαμηλό ταβάνι τον ανάγκαζε να σκύβει
ελαφρά το κεφάλι του. Έριξε μια κακόκεφη ματιά στο μαγαζί και εγώ πρόσεξα
το τζιν του παντελόνι που το’χε σηκωμένο υπερβολικά ψηλά. Τόσο ψηλά, που
αθέλητά μου, χαϊδεψα τα «ιδιαίτερά» μου... απλά για να σιγουρευτώ πως
εκείνα είχαν ακόμη χώρο να κινηθούν. Την μαύρη, εφαρμοστή φανέλα την είχε
περάσει μέσα απο το παντελόνι και απο το στήθος του κουδούνιζαν χρυσές
αλυσίδες.

Αφού λοιπόν έλεγξε το μαγαζί, σειρά είχε να περάσει ένας άλλος. Σχετικά
κοντός, λεπτός, ντυμένος στα μαύρα, με δερμάτινη καπαρντίνα που σερνόταν
αδιάφορα στο πάτωμα, και μεταλλικά καρφάκια να ξεπετάγονται απο παντού.
Είχε σκοτεινούς κύκλους γύρω απο τα μάτια. Τα λιγδιασμένα μαλλιά του
πιασμένα πίσω.. Ίσως να ήταν κανένα απ’εκείνα τα goth-αλητάρια που
ξημεροβραδυάζονταν στην πλατεία, πίσω από το σκεφτικό άγαλμα και έγραφαν
αναρχικές μαλακίες στους τοίχους. Τους σιχαινόμουν αυτούς τους τύπους.
Κακόγουστο ντύσιμο, απαίσια μουσική και είχαν μια τάση να το παίζουν
πούστηδες απλά και μόνο γιατί ο αγαπημένος τους τραγουδιστής του
αγαπημένου τους συγκροτήματος είναι γκεϊ. Επίσης είχα μια υποψία πως κάτω
απο την καπαρντίνα του κρυβόταν ένα μικρό, προσωπικό οπλοστάσιο. Μια
συλλογή από κινέζικα εργαλεία του θανάτου, που τα λαδερά του χέρια με
επιδεξιότητα πετσόκοβαν τα άτυχα κοκόρια στις μεταμεσονύχτιες τελετές του.
Ο τύπος πρέπει να είχε εμμονή με τον θάνατο.

Η τρίτη της παρέας ήταν γυναίκα, αλλά όχι λιγότερο περίεργη απο τους
συντρόφους της. Φορούσε ένα κοντό,κόκκινο, κινέζικο φόρεμα και σάνδαλα,
μέσα στο καταχείμωνο. Ο πίθηκος στάθηκε αριστερά, λίγο σκυφτός για να μην
κτυπήσει το κεφάλι του, νεκροθάφτης αριστερά κορδωτός για να φτάνει τον
άλλον, και αυτή στη μέση κρατώντας ένα φισερό. Φορούσε έντονο μεικ-απ και
ψεύτικες σειρές απο μαργαριτάρια γύρω απο τον λαιμό. Δεν το’χα προσέξει
μονομιάς, μα ένα κομπλεξικό πεκινουά, που μέχρι τότε δεν είχε φανερώσει
την παρουσία του, ξεκίνησε να γρυλίζει. Ήταν κακάσχημο και κακιασμένο,
ίδιο ολόιδιο με την αφέντρα του. Σκέφτηκα πως θα’ταν ένα απο εκείνα τα
κακομαθημένα σκυλιά που κοιμόνται στα σεντόνια και κατουράνε στο χαλί. Που
του κάνουν πετικιούρ μια φορά τον μήνα, και τρώει μόνο μπριζόλες...
Όταν οι θαμώνες πρόσεξαν την νέα παρέα, 5-6 απ’αυτούς σηκώθηκαν μονομίας
και τους πλησίασαν. Ποτέ δεν αντιλήφθηκα πόσες αδελφές υπήρχαν σ’αυτή τη
χώρα. Ξεκίνησαν να χαϊδεύουν το σκυλί που τώρα είχε λυσσάξει και ήθελε το
μπούτι τους για βραδυνό και τ’αρχίδια τους για επιδόρπιο... και «Αχ καλέ
τι ωραίο που είναι», και «Ναί, ναί, γλύκα. Να την φέρεις να παίξει με τον
Άρνολντ μου», και «Χρυσό μου, τι απόχρωση είναι το κοκκινάδι σου; Ψάχνω
ένα το ίδιο»...
Έπειτα απο τόσα χρόνια διαμονής σ’αυτή τη χώρα, δε σταματούσε να με
εκπλήσσει.

Μου’ρθε να ξεραθώ απο τα γέλια αλλά δεν ήταν μακρυά και δεν ήθελα
προβλήματα. Μάζεψα τον καπνό, φόρεσα το παλτό και το καπέλο μου, άφησα
χρήματα στον πάγκο και καληνύχτισα τον Μπένυ τον μπάρμαν. Βγήκα έξω στο
κρύο, προλαβαίνοντας πρώτα να αρπάξω την άγρια ματιά της κινέζας γκόμενας
με τα πεταχτά δόντια. Δεν έδωσα περισσότερη σημασία απ’όση θα έπρεπε.
Μάλλον καμμιά πουτάνα θα ήταν και έψαχνε να τιμωρήσει τους οφειλέτες
της...

***

Περπατούσα ανακουμπωμένος στον δρόμο. Το τσουχτερό κρύο θα μου έκαιγε τον
λαιμό αν δεν ήταν γι’αυτή την κασμιρέτινη σάρπα που είχε κάνει δώρο πριν
δύο χρόνια μια Σκωτσέζα γκόμενα. Δεν άντεξε όμως την περίπλοκη ζωή μου,
τον δύσκολο χαρακτήρα μου. Μια μέρα σηκώστηκε και έφυγε. Ήταν περασμένες
τρείς και τα φώτα είχαν σβήσει. Ήμουν δίπλα στην προκυμαία και απαντούσα
το ήσυχο ροχαλητό της θάλασσας. Μια ομίχλη είχε ντύσει τον ουρανό και τα
τακκούνια μου αντηχούσαν στο πέτρινο δρομάκι. Έχωσα τα χέρια βαθειά στις
τζέπες και θυμήθηκα πως ένας ακόμη χρόνος πέρασε. Μόνος. Θα επέστρεφα και
πάλι σε ένα διαμέρισμα άδειο, και εκεί το μόνο που θα με περίμενε ήταν το
μπουκάλι με το gin και οι σημειώσεις μου.

Δεν μπόρεσα να χαλιναγωγήσω την ανεξήγητη αγωνία που ξαφνικά με κατέλαβε.
Ένιωθα σκιές παντού. Σκιές και κρύο. Βιαζόμουν να βγώ στον κεντρικό δρόμο
και απο κεί να πάρω ταξί για το σπίτι. Σε κάτι τέτοιες στιγμές προσπαθώ να
αποσπώ το μυαλό μου σκεφτόμενος άλλα πράγματα, μα φαίνετε πως εκείνη τη
νύχτα, όλα συμμαχούσαν εναντίων μου. Το ουρλιαχτό ενός γατιού έσκισε με
οξύτητα την σιωπή και χάθηκε στην βουβαμάρα της σκοτεινιάς. Άκουγα καθαρά
πολλά σευγάρια απο βήματα ξωπίσω μου και το λίγο φεγγάρι το έκρυβαν
συνεχώς θυμωμένα σύννεφα.

Έχωσα πιο βαθειά τα χέρια στις τζέπες και έστριψα στο πρώτο στενό. Βρέθηκα
μπροστά σε αδιέξοδο και καταράστηκα την τύχη μου. Πρόλαβα όμως να κρυφτώ
πίσw απο κάτι σκουπιδοτενεκέδες και παρακολουθούσα με κομμένη ανάσα. Απο
το σύστημα κλιματισμού κάποιου διαμερίσματος έσταζε νερό στο κεφάλι μου
και οι αισθήσεις μου με είχαν προδώσει. Δεν έβλεπα τίποτα και όμως όλο
νόμιζα πως έβλεπα κάποιον. Δεν άκουγα τίποτα κι όμως έφταναν απο παντού
ήχοι. Ένιωθα παρανοϊκός, δεν είχα λόγο να κρύβομαι από οποιονδήποτε.
Μάλλον θα ήταν άλλοι μπεκρήδες που είχαν ξεμείνει απο χρήματα και τώρα
επέστρεφαν στα σπίτια τους. Ή ακόμη και άστεγοι που έψαχναν γωνιές να
κοιμηθούν. Έτοιμος ήμουν να σηκωστώ, όταν τρείς σκιές σταμάτησαν στην
είσοδο του δρόμου και μιλούσαν ψιθυριστά. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τί
έλεγαν, δεν ξέρω καν ποιά γλώσσα μιλούσαν, πάντως έφτασε στ’αυτιά μου μια
ψιλή, τσιριχτή φωνή και ένα γρύλισμα. Ο πίθικος, ο Blade και η Κινέζα με
είχαν πάρει απο πίσω.

...Ή μήπως όχι;

--
Η Έβελυν (Jokes-Robot(@)ceid.upatras.gr) γράφει :
Μανία με τα links που έχετε ρε παιδιά, ΕΙΔΙΚΑ τις τελευταίες μέρες που
ΔΕΝ ΕΧΩ οθόνη να τα δω :)))
		tasos
________________________________________________________________________
          Joke of the Day ... Ελληνική Λίστα Ανεκδότων
             https://anekdota.duckdns.org
        ___ Η JotD βγαίνει σε Ελληνικά και Greeklish ___
________________________________________________________________________

Γραφτείτε και εσείς στην Ελληνική Λίστα ανεκδότων (JotD) και στείλτε τα ανέκδοτά σας!!!

Επιστροφή στον κεντρικό κατάλογο αυτού του αρχείου