JotD / QotD Ελληνική Λίστα Ανεκδότων (JotD)


Θέμα: Κρητικό λεξικό



(nil): Akis Karnouskos (akis(@)ceid.upatras.gr)
Ημερομηνία: Παρ 29 Αύγ 2003 - 20:39:37 EEST

... για να καταλαβαίνετε σωστά τις μαντινάδες...

--
α, αν
αδερφίδες, αδελφές
άδικο να του λάχει, στερ. έκφρ. κατάρας, εδώ ειρωνικά
αδυνατός, δυνατός
αζωντανός, ζωντανός
άθος, στάχτη
αθός, ανθός
αθρωπιά, αξιοπρέπεια (λέξη με ιδιαίτερο βάρος στην Κρήτη)
άθρωπος, άνθρωπος
αθώ
άκρα, η, άκρη
ακριβός, πολύτιμος (και ειρωνικά ή επιτιμητικά: αριστοκρατικός, εγωιστικός
αμαθιώ, των ματιών (αμάθια)
άμε, πήγαινε (προστ.)
αμοναχός -ή -ό, μόνος -η -ο
αμπελικός, ο αγροφύλακας των αμπελιών
αμπελοκουρμούλα, η κουρμούλα, το δενδρύλλιο του αμπελιού
αναζητώ, νοσταλγώ, επιθυμώ κάτι που είχα
αναπνοιά, αναπνοή
αναστορηθώ, θυμηθώ (αναστορούμαι)
αναστορούμαι, θυμάμαι
αναχαράσσω, μηρυκάζω
άνε, αν
ανηφοράς, η καπνοδόχος, αλλά και ο μικρός φεγγίτης στη μέση του δωματίου
ανοιμένη, ανοιγμένη
ανονίδα, είδος αγριόχορτου
αντιλαψίζω, αντιφεγγίζω
ανύχι, νύχι
απανωβάνω, αλλάζω τη γνώμη κάποιου κακόβουλα
απατός, ο εαυτός
απής, άμα, όταν
απογυρίζω, αποδιώχνω
αποδυνάζομαι, αντέχω αντιξοότητες
αποδώσω, καταντήσω [(α)ποδίδω]
(α)ποθαίνω, πεθαίνω, (α)ποθάνω, πεθάνω
αποκαμαρώνω, θαυμάζω κάτι οπτικά
(α)ποκάνω, τελειώνω
αποκαούμε, να καούμε μέχρι τέλους
αποκόντυλα, βλ. κόντυλα
αποκωλέματα, η μεγαλύτερη απομάκρυνση, όπου ο άλλος χάνεται πλέον 
(αποκωλεύγω)
απομονή, υπομονή
αποσκοτεινιάστηκα, μΆ έπιασε σκοτοδίνη, έχασα τον κόσμο από απελπισία ή 
έντονη λύπη (αποσκοτεινιά -άζει, σκοτεινιάζει εντελώς)
(α)ποτάσσω, αποχτώ
απού, 1. που (αναφορικό), αλλά και όποιος (παροιμία: απού πλουταίνει με 
το νου, ποτέ ντου δε φτωχαίνει) 2. από [κανονικά το πρώτο απού παίρνει 
δασεία και το δεύτερο ψιλή]
αποχτένιδα, τα σπασμένα μαλλιά που μένουν στο χτένι κατά το χτένισμα
απύρι, θειάφι
(α)ράσσω, επιτίθεμαι, ορμάω πάνω σε κάτι (ιδ. φαγητό)
αρισμαρής, το δεντρολίβανο
αρμηνειά, οδηγία
αρνεύγω, ηρεμώ (ειρηνεύω)
αρρωστώ, αρρωσταίνω
ασπαλαθόκαρπος, ο καρπός του ασπάλαθου (πολύ ισχυρού αγκαθιού)
αυθιά, αυτιά (αφτιά)
αφεδιά, αφεντιά
αχείλι (υποκοριστικό, αχειλάκι), το χείλος
άχι, αχ (χαρακτηριστικός κρητικός αναστεναγμός)
άφτω, ανάβω, άψε, άναψε, άψω, ανάψω
βάνω, βάζω
βαρώ (και βαρίχνω), χτυπώ, να βαρώ, να βαριστώ, να χτυπήσω
βαστώ, εκτός από το κν. κρατώ, σημαίνει και αντέχω
βγαίνω, ανεβαίνω
βγάνω, βγάζω
βερεμιώ -ιάζω, παθαίνω βερέμι (φυματίωση)
βιόλα, λουλούδι
βλέπω, προσέχω, φυλάω (ενώ το κν. βλέπω λέγεται θωρώ)
βορές, ο βοριάς
βούϊ, βόδι
βρίχνω, βρίσκω
γαλανός, λευκός (ενώ ο γαλάζιος, και όλες οι αποχρώσεις του μπλε, 
λέγεται μπλάβος)
γαρέφαλλο και γαρόφαλλο, γαρύφαλλο
γατέχω, κατέχω (ξέρω) μετά από -ν
γεραθειά, γηρατειά
γεροντόβουϊδο, γέρικο βούι (βόδι)
γ-είς, ένας (μετά από άρθρο)
γηθειά, λαϊκό ξόρκι λευκής μαγείας κατάλληλο για το ξεμάτιασμα, αλλά και 
για κάθε αρρώστια ή τραύμα και γεν. «αποτρεπτικό παντός εναντίου» 
(υπάρχουν ειδικές γηθειές για κάθε περίσταση)
για (πριν από δε ή θά), γιατί, διότι
γιαγείρω, γυρίσω πίσω (γιαγέρνω)
γιαγερμός, επιστροφή
γιά(ει)ντα, γιατί (ερωτημ.)
γιασμάς, είδος καλαίσθητου γυναικείου κεφαλομάντηλου
γίβεντο, ντροπή
γίνου, γίνε
γλακώ, τρέχω
γλεντίζω, γλεντώ
γλέντιος, λέξη που απαντά μόνο σΆ αυτή τη μαντινάδα? σημαίνει μάλλον 
κατάλληλος για γλέντι, κατάσταση που πρέπει να την παίρνουμε αψήφιστα 
και όχι πολύ στα σοβαρά
γνωρίζεται, αναγνωρίζεται, γίνεται φανερός (στην Κρήτη γνωρίζω σημαίνει 
αναγνωρίζω, ενώ το γνωρίζω της κν. λέγεται κατέχω)
γνωριστός, προφανής
γνώση, σοφία, νοημοσύνη
γομάρι, το φορτίο του υποζυγίου
γονέου, γονιού
γουβάς, κουβάς
γουβέρνο, κυβέρνηση, αλλά και με την έννοια της διαχείρισης του βίου, 
της διαβίωσης
γρέ, γριά
γροικώ, ακούω, αλλά και γεν. αισθάνομαι
γυρίζω, περιστρέφομαι, περιφέρομαι (ενώ το επιστρέφω λέγεται πάντα γιαγέρνω)
Άδά, βλ. εδά
δαχτύλι, δάχτυλο
δείχνει, φαίνεται, είναι προφανές
δεντρό, δέντρο
διακονιαρέ, ζητιάνα
διακονούμαι, ζητιανεύω
διάλε, εισαγωγική λέξη σε κατάρες, εδώ περιπαιχτικά
διάοτι, εισαγωγική λέξη σε κατάρες (εδώ περιπαιχτικά) που έχει την 
έννοια του καθόλου -ενν. δε θα φας μπουκιά κουλούρι (από το γάμο μου)
δίδω, δίνω, δίδει ο νους μου, μου επιτρέπει ο νους μου
δικάζω, καταδικάζω
δίμουρος, διπρόσωπος
δίπλα θα πάρω τα βουνά, θα φύγω μακριά, στερ. έκφρ.
δραγάτης, αγροφύλακας
δώμα, η χωμάτινη στέγη των πετρόχτιστων σπιτιών
εγόι μου, αλοίμονό μου
εδά, τώρα
εδικολογιά, η συγγένεια (αλλά και το σύνολο των συγγενών, το «σόι»)
εδικός -ή -ό, δικός -ή -ό
είντα, τι
είπασί μου τα, μου τά Άπανε
εις, βλ. γ-εις
έκειά, εκεί
εκέντησα, βλ. κεντώ
ελέ, ελιά (ρεθεμνιώτικο ιδίωμα)
έλπιζα, βλ. όλπιζα
εμιλιά, ομιλία, φωνή
έμνογα, ορκιζόμουν (μνόγω)
εμπαινοβγήκανε, «επήκανε κι εβγήκανε», ραδιούργησαν
εμπούζασες, έδεσες χειροπόδαρα (μπουζάζω)
εξεχωρίσαμε, χωρίσαμε
έπαιρνε, παίρνε (προστ.)
επαρθήκαμε, παντρευτήκαμε (πήρε ο ένας τον άλλον
επέρνανε, περνούσε
επερπάθιες, περπατούσες
έπηρες, επήρες
επλήθιανες, αύξησες, πολλαπλασίασες (πληθιαίνω)
έρωντας, έρωτας
έτουδά, εκεί (δεικτικότερο από το απλό έτά)
έτσά, έτσι
εύρε, βρες
εύρηκα, βρήκα
εφάγασι, φάγανε
έχερη, η λαβή του αλετριού
εψηλοπέτανε, πετούσε ψηλά (ψηλοπετώ)
ζάλο, βήμα
ζβίγα, σβούρα
ζευγάρι, ενν. βοδιών, για όργωμα
ζευγαρωτές, δύο δύο (ενν. ακόμα κι αν...)
ζευγάς, καλλιεργητής, εκείνος που οργώνει
ζηθιάνος
ζήση, ζωή
ζιγώνω, κυνηγώ, διώχνω
ζογλαίνω, παραμορφώνω, καθιστώ κάποιον ή κάτι (π.χ. κηπευτικό, από 
κάποια έντομα) ανάπηρο
ήθελα (+ υποτακτική), θα? ήθελα σε κλέψω, θα σΆέκλεβα (βλ. Άθελα)
ήλπιζα, περίμενα (και για καλό και για κακό)
ημπορώ, μπορώ
ήντα, τι
ήτονε, ήταν
θαρρώ, νομίζω
Άθελα, βλ. ήθελα? Άθελά Άμαι, θα ήμουν, Άθελα ζηλέψω, θα ζήλευα, Άθελα 
σΆ ακολουθήσω κ.τ.λ.
θέλω και θέλει (να)..., πρόκειται να, θα
θεοτική, κανονική, τέλεια
θέτω, ξαπλώνω, θέσουνε
Άθιαρμίσαν, μάτιασαν (θιαρμίζω)
θιαρμός, κακό μάτι
θωρώ
καθάριο, καθαρό, ανόθευτο
καθημερνά, καθημερινά
κακοκαρδίζω, στενοχωριέμαι, αγανακτώ
καιρός, εκτός από την κν. έννοια, σημαίνει και εποχή, χρόνος (με την 
έννοια της ροής, όχι του έτους), του καιρού σου, στην
ώρα σου
καλά, εδώ: αγαθά, πλούτη
καληνωρίσματα, φιλοφρονήσεις, ευχές για «καλήν ώρα» (καλή τύχη κ.τ.τ.)
καλλιά, καλύτερα, καλλιά Άχω, προτιμώ
καλοστραειά, καλό ταξίδι (ευχή)
καντηφές, καλλωπιστικό φυτό
κάνω, εδώ: μπορώ να ζήσω κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες
καρτερεύγω, στήνω καρτέρι, ενεδρεύω
κάρτσα, κάλτσα
Καστρινή, Ηρακλειώτισσα
καταριστώ, καταραστώ (καταρούμαι)
κατέμε, ξέρουμε (κατέχομε)
κατέχω
κάτης, γάτος (ανεξ. φύλου)
κατσούλι, γατάκι (υποκορ. του κάτης)
κατωσαχτουριανός, από τα Κάτω Σαχτούρια της επαρχίας Αγίου Βασιλείου 
Ρεθύμνης (βλ. και Σαχτουριανός)
κεντώ, εκτός από την κν. έννοια, σημαίνει και ανάβω (κεντούμαι, 
ποιητικός τύπος)
καωμένα, καμωμένα
κιανείς, κιαμιά κιανένα, κανείς, καμιά, κανένα
κιας, τουλάχιστον
κιόλα(ς), όντως, πράγματι, παρΆ όλο πού
κλερονομώ, κληρονομώ
κλίνη, κρεββάτι
κομμάθια, κομμάτια
κοντεμιρί, είδος μοχλού που ασφαλίζει την πόρτα
κοντό, άραγε
κοντοσιμώνω, πλησιάζω (σιμώνω) κοντά
κόντυλα, τα σπασμένα κοτσάνια των σταχυών, απομεινάρια από το αλώνισμα 
(μεγαλύτερα από τα άχυρα)
κοπανίζω, κοπανάω
κοπέλι, παιδί
κουζουλός, τρελός, κυρίως με την έννοια του επιπόλαιου
κουλούρι, συνήθως ενν. το περίφημο κουλούρι του γάμου, ιδιαίτερο 
χαρακτηριστικό της όλης εθιμικής διαδικασίας, αλλά και έχει γενικότερες 
προεκτάσεις (π.χ. παροιμία: έφαες το κουλούρι σου, χαμηλά τη μούρη σου)
κουμπελίδικη, θολωτή (προκειμένου για λουλούδι, που γυρίζει το άνθος του 
προς τα πάνω σχηματίζοντας θόλο)
κουράδι, κοπάδι
κουτούντο, πρόσθετη υδρορροή σε σχήμα ανάποδου κεραμιδιού
κουφός, κούφιος
κράχτης (πετεινός), κόκορας με δυνατή φωνή
κρίμα, αμαρτία
κρυγιότη, ψύχος
Κρυοβρυσανός, από το χωριό Κρύα Βρύση της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης
κύρης, πατέρας
λαήνι, πήλινο αγγείο
λαιμοτράχηλα, τα, ο λαιμος και το στήθος
λαλώ και λαλιώ, οδηγώ (λαλώ τα οζά: οδηγώ τα ζώα, έτσά θα το λαλώ: θα ζω 
μΆ αυτό τον τρόπο)
λάψη, λάμψη
λεβεδιά, λεβεντιά
λεμοναθός, λεμονανθός
λεμονόβιτσα, λεπτή βέργα (βίτσα) λεμονιάς
λέω, εδώ παρεμβάλλεται εμφατικά (στερ. έκφρ. στην Κρήτη)
λημεριώ, περνώ την ημέρα μου
λογιάζω, υπολογίζω, μελετώ, σχεδιάζω, σκέφτομαι, προβληματίζομαι
λογιώ, ειδών
λογούμαι, θεωρούμαι
λόχη, η ζέστη που εκλύεται από τη φωτιά
λώπης, λέπω πώς, νομίζω ότι
μαζώχτρα, η εργάτρια για το μάζεμα των ελιών
μάθια, μάτια
μαθιά, ματιά
μάϊσσα, μάγισσα
μαϊκά, μάγια
μαρτυρώ, προδίδω, καταγγέλλω, αλλά και ομολογώ
μαστραπάς, μεγάλο τσίγκινο κύπελλο
Μελαμπιανός, από το χωριό Μέλαμπες της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης
μέλλεται, πρόκειται
μερώνω, ηρεμώ, ημερεύω
μεσακός, μεσαίος
μεσοχτισμένος, μισοχτισμένος
μετόχι, αγροτεμάχιο με μικρό κατάλυμα
μηνώ, στέλνω μήνυμα, ειδοποιώ
μόνο, αλλά, λοιπόν,
μουζώνομαι, μουτζουρώνομαι
μπάλλα, σφαίρα, βόλι
Άμπάντηξε, βλ. Άπάντηξε
μπαταλεύγω, γίνομαι άχρηστος λόγω φθοράς
μπεγεντώ -ίζω, εκτιμώ κάτι επειδή το θεωρώ όμορφο, θαυμάζω
μπιστεμένος, έμπιστος
μπιστικός, έμπιστος
μπλιό και μπλιό μου, πλέον
μποντικός, ποντικός
μπορεσάμενο, δυνατόν
μπροσπόδια, η κάτω μεριά του κρεββατιού (μπροστά στο σημείο όπου 
αγγίζουν τα πόδια), όπου, για λόγους χώρου, τοποθετούσαν μαξιλάρια και 
ξάπλωναν τα μικρότερα παιδιά
Μυλοποταμίτισσα, από την επαρχία Μυλοποτάμου του νομού Ρεθύμνης
νά Άθελα, αν επρόκειτο (βλ. Άθελα)
νά Άχα πώς, να μπορούσα
να Άρθής, ενν. αν έρθεις
νά Άχε (μη), ας (μην)
να ψι-ψί, χαρακτηριστικό επιφώνημα πρόσκλησης του κάτη (της γάτας)
νέφαλα και νέφη, τα σύννεφα
νόημα, νεύμα
νταγιαντώ -ίζω, αντέχω
ντορμπάς, ταγάρι
ντουσουμάνης, εχθρός
ντουσουντίζω, συλλογίζομαι
ντρέτος, ίσιος
ξα μου, ας κάνω ό,τι θέλω
ξαθή και ξαθιά, ξανθή
ξαναγιαγέρνω, επιστρέφω
ξανοίγω, κοιτάζω
ξεδηλιαίνει (τΆ όνειρο), εκπληρώνεται
ξεζευγαρώσω, διαλύω ένα ζευγάρι (βοδιών)
ξεκουραδώνω, διαλύω ένα κουράδι (κοπάδι)
ξεκουρμουλώνω, καταστρέφω τις κουρμούλες (βλ.λ.) και γεν. εξολοθρεύω 
κάτι ή κάποιον
ξελησμονούνται, ξεχνιούνται
ξεμάθιασμα, ξεμάτιασμα
ξενηθειά, ξενητειά
ξεπαραλυώ, ξηλώνω
ξεράδι, ξερό κλαδί δέντρου, που αφαιρείται κατά το κλάδεμα
ξεταιριάζω, χωρίζω δύο ταίρια, «ξεζευγαρώνω»
ξετουρτουρώνω, ξεπαγιάζω
ξετρέχω, προωθώ
ξεφανερώνει, φανερώνεται
ξεφιδώνω, απολεπίζομαι, χάνω το περίβλημά μου [τΆ αλώνι χάνει το στρώμα 
της βουτσάς (κοπριάς των βοδιών) που το έχουν αλείψει ως δάπεδο]
ξεχωρίσματα, ο αποχωρισμός
ξομπλιάστρα, νοικοκυρά πιτήδεια στο ξόμπλιασμα, δηλ. επιδέξια στο 
στόλισμα των εργόχειρων
ογλήγορα, γρήγορα
όθε(ν), προς (όθε μ-πάνω, όθε γ-κάτω κ.τ.λ.)
οζό (πληθ. οζά), τα ζώα (αιγοπρόβατα)
όλα τα πάντα, στερ. έκφρ.
όλπιζα, δεν τό Άλπιζα, δεν το περίμενα (και για καλό αλλά κυρίως για 
κακό) (βλ. και ήλπιζα)
όλο, πάντα
ομάδι, μαζί
όνομης (για ονομής σου), για σένα, εδώ: για χάρη σου
όντε(ν), όταν
όξω, εκτός (πόριζε όξω: έβγα έξω, δεν ήρθεν όξω ο Γιώργης: δεν ήρθε 
κανείς εκτός από το Γ.)
ούλος -η -ο, όλος -η -ο
παίζω, εκτός από την κν. έννοια σημαίνει και κοροϊδεύω, χτυπώ και πυροβολώ
πάθη, βάσανα
παλάθια, παλάτια
πανιά, ενν. το λαζάρι (σάβανο)
παντήξουν, Άπάντηξε, συναντηθούν, συνάντησα (παντίχνω)
παντιδιερός, βολικός (παντίδει)
παπούρι, λόφος
παραβολή, η άκρη από το σπαρμένο χωράφι
παραθύρι, παράθυρο
παραιτώ, εγκαταλείπω
Άπαράσερνα, σκούπιζε (παρασέρνω)
παρατήρημα, η δεισιδαιμονική πρόληψη? εδώ ενν. η κακή ώρα, η φορτισμένη 
από την επήρεια πονηρού πνεύματος
παρέκει, στην άκρη
πάρτε, η, μερίδα (προκειμένου για ανθρώπους ομάδα)
παρτίρω, υπομένω
πειράζω, ενοχλώ
πεντακάνολη, που έχει πέντε κάνολες (βρύσες)
περασά, πέρασμα
περβολάρης, περιβολάρης
περβόλι, περιβόλι
περνά (μου), έχω την εξουσία να κάνω κάτι λόγω των περιστάσεων
πετεινός, κόκορας
'πέτουνε, πετούσα
πέμπω, στέλνω, πέψω, στείλω
πηλιά, η πούλια
πιάνει (το δεντρί), ευδοκιμεί
πικριά, πικρή
πλάκα, η ταφόπλακα
πλατανιανός, από το χωριό Πλατανές της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης
πληθιαίνω, αυξάνω -μαι, πολλαπλασιάζω -ομαι
πλιά, περισσότερ
πλουταίνω, πλουτίζω
πλύνω, πλένω
ποδομένος, καταντημένος (ποδίδω)
ποθαίνω, πεθα
νω, ποθάνω, πεθάνω
ποθαμός, θάνατος
ποθές, πουθενά (ή κάπου)
πορεύγομαι, προχωρώ, εδώ περνώ τη ζωή μου, διαβιώ
πορπατηξά, περπάτημα
πορτακάλι, πορτοκάλι
πορτακαλιά, πορτοκαλιά
ποταμός
πούρι, πολυσήμαντο μόριο με βεβαιωτική σημασία, λοιπόν, ασφαλώς
πράμα, τίποτα
πρασινοφορούμαι, βάζω την πράσινη φορεσιά μου
πρέπει πώς, μάλλον
πρίχου, προτού
πρωτοπατώ, πατάω πρώτα (πριν προχωρήσω)
πυρόβολος, είδος παλιού αναπτήρα
πώς, εδώ: επειδή, εξαιτίας του ότι
ράπη, το κοτσάνι του σταχυού
ράσσω, βλ. αράσσω
ρέγομαι, θαυμάζω κάτι μου αρέσει κοιτάζοντάς το
ρημασμένος, ρημαγμένος
ρούσσα, κόκκινη (κοκκινομαλλα)
ρωτούσι, ρωτάνε
σαίνι
σάμε, μέχρι
Σαχτουριανός, από το χωριό Σαχτούρια της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης
σελλάτο, το βόδι που η ράχη του κυρτώνει προς τα κάτω, σχηματίζοντας 
θέση για το ζυγό (που σέρνει το άροτρο), (ενώ αντίθετα ο γάιδαρος πρέπει 
νά Άναι καμπούρης για να στέκεται το σομάρι στη ράχη του)
σήμερο, σήμερα
σιμώνω, πλησιάζω
σκαλοπάθια, σκαλοπάτια
σταλαματίζω (ποιητ.), σταλάζω
στασούδι, στασίδι
στελιώνω, στερεώνομαι
στράτα, δρόμος
στσί, στις
στσοί, στούς
συμπαίνω, φροντίζω τη φωτιά για νΆ ανάψει περισσότερο
σύψωμα, συμφωνία του εργάτη με τον εργοδότη ότι θα φροντίζει μόνος του 
για το μεσημεριανό του (αντίθ. ταϊστικά, βλ.λ.)
ταϊστικά, συμφωνία του εργοδότη με τον εργάτη ότι θα του παρέχει το 
μεσημεριανό (αντίθ. σύψωμα, βλ.λ.)
τάξε πώς, σα να, λες και
τάξη, ευταξία
τάσσω (πώς), πείθω τον εαυτό μου ότι...
ταχιά, αργότερα
ταχινή, η αυγή
τέθοιος, τέτοιος
τζή, της (τση μετά από -ν)
τζί, τις (τσι μετά από -ν)
τζιφτές (τσιφτές μετά από -ν), δίκαννο
τζοί, τους (τσοι μετά από -ν)
τίνος, ποιανού
Άτονε, βλ. ήτονε
Άτουδά, βλ. έτουδά
τούτονέ, αυτόν (τούτοσές)
τό Άχω, με στενοχωρεί
τράπεζο, τράπεζα
τρίπυρη (φωθιά), φωτιά με τρεις εστίες
τροζαθώ, τρελαθώ (τροζαίνομαι)
τση, της
τσί, τις
τσοί, τους
υστεράται, στερείται (υστερούμαι)
φαμέγιος (υποκορ. φαμεγιούρι), οικότροφος υπηρέτης, συνήθ. παιδί, για 
αγροτικές εργασίες
φασουλέ, φασολιά
φέξη, φωτεινή ανταύγεια (βλ. και φωτεράδα)
φιλιά, φιλία, αλλά και έρωτας
φωθιά, φωτιά
φωτεράδα, φωτεινότητα, φωτεινή ανταύγεια
χάζι, για χάζι, για γούστο, για διασκέδαση (όχι από αληθινό ενδιαφέρον)
χαημός το, χαράς το (έκφραση απαξίωσης)
χαιρετισμός, ενν. κάποιο συμβολικό δώρο ως ένδειξη του αμείωτου 
ενδιαφέροντος
χαλαλίζω, διαθέτω ευχαρίστως
χάμαι, χάμω, καταγής
χαμπέρι, είδηση
χαρκιάς, σιδηρουργός
χαρίνω το, υποκοριστικός τύπος του θωπευτικού χαρώ το
χέρα, το χέρι
χόβολη, η ζεστή στάχτη της παρασθιάς (του τζακιού)
χορεύτρα, καλή χορεύτρια
χώνω, κρύβω
χώρα, πόλη (το πλησιέστερο αστικό κέντρο, αλλά και κάθε πόλη)
χωραΐτης, αστός
χωσμένος, κρυμμένος (χώνω)
ψαραίνω, γκριζάρω, γίνομαι ψαρός (γκρίζος)
ψηφώ, σέβομαι, εκτιμώ και υπολογίζω κάποιον
ψιλό νερό, τα ούρα, σε αντίθεση με το χοντρό νερό (τα κόπρανα)
ψυχομαχώ, ψυχορραγώ
ως, όπως, όσο, έστω κι αν, ακόμη και
ώστε, ώσπου
--
Η Έβελυν (Jokes-Robot(@)ceid.upatras.gr) γράφει :
Μια όμορφη γυναίκα είναι μια εικόνα που τρελαίνει μεγαλοπρεπώς όσους την
αντικρίζουν.
		Emerson
________________________________________________________________________
          Joke of the Day ... Ελληνική Λίστα Ανεκδότων
             https://anekdota.duckdns.org
        ___ Η JotD βγαίνει σε Ελληνικά και Greeklish ___
________________________________________________________________________

Γραφτείτε και εσείς στην Ελληνική Λίστα ανεκδότων (JotD) και στείλτε τα ανέκδοτά σας!!!

Επιστροφή στον κεντρικό κατάλογο αυτού του αρχείου