JotD / QotD Ελληνική Λίστα Ανεκδότων (JotD)


Θέμα: Κέβιν Μίτνικ: Το χαμένο βιογραφικό



(nil): Nikos Tsekhs (ntsek(@)freemail.gr)
Ημερομηνία: Τρι 03 Φεβ 2004 - 16:46:51 EET

  Ο ΚΕΒΙΝ ΜΙΤΝΙΚ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ

Το αδημοσίευτο πρώτο κεφάλαιο από το νέο βιβλίο για τον αμερικανό
hacker, που πέρασε 4,5 χρόνια στη φυλακή δίχως δίκη

Δίσταζα να γράψω αυτό το κεφάλαιο. Αλλά έχουν έλθει σε επαφή μαζί μου
κυριολεκτικά εκατοντάδες άνθρωποι που θέλουν να ξέρουν "ποιος είναι ο
Κέβιν Μίτνικ". Όσοι δεν δίνετε δεκάρα, προσπεράστε αυτές τις σελίδες.
Για τους υπόλοιπους, εδώ διηγούμαι, ό,τι κι αν αξίζει, την ιστορία μου.

Ο Κέβιν Μιλά Μερικοί hackers καταστρέφουν αρχεία ή ακόμη κι
ολόκληρους σκληρούς δίσκους των θυμάτων τους· αποκαλούνται crackers, ή
βάνδαλοι. Κάποιοι νεόκοποι hackers δεν ενδιαφέρονται να μάθουν την
τεχνολογία, απλώς κατεβάζουν εργαλεία των hackers για να εισβάλλουν σε
υπολογιστικά συστήματα· τους αποκαλούν script kiddies. Πιο πεπειραμένοι
hackers με ικανότητες προγραμματισμού αναπτύσσουν προγράμματα hackers
και τα αναρτούν στο Web και σε BBSs. Κι υπάρχουν και άτομα τα οποία δεν
έχουν κανένα ενδιαφέρον για την τεχνολογία, αλλά χρησιμοποιούν τον
υπολογιστή απλώς και μόνο ως εργαλείο για να καταφέρουν να κλέψουν
χρήματα, αγαθά ή υπηρεσίες. Παρά τον δημιουργημένο από τα μέσα
ενημέρωσης μύθο του Κέβιν Μίτνικ, δεν είμαι κακόβουλος hacker. Αυτά που
έκανα δεν ήταν καν παράνομα όταν ξεκίνησα, και χαρακτηρίστηκαν εγκλήματα
μόνο μετά την έγκριση νέας νομοθεσίας. Συνέχισα ούτως ή άλλως, και με
έπιασαν..

Η μεταχείρισή μου από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν βασίστηκε στα
εγκλήματα που μου απέδιδε, αλλά στην πρόθεση της να με καταστήσει ένα
παράδειγμα. Δεν μου άξιζε να με μεταχειρισθούν σαν τρομοκράτη ή βίαιο
εγκληματία: να ψάξουν την κατοικία μου με ένα κενό ένταλμα· να με ρίξουν
στην απομόνωση για μήνες· να μου αρνηθούν θεμελιώδη Συνταγματικά
δικαιώματα που είναι εγγυημένα σε οποιονδήποτε κατηγορείται για ένα
έγκλημα· να μου αρνηθούν όχι μόνο την αποφυλάκιση με εγγύηση, αλλά ακόμη
και την ακρόαση για αποφυλάκιση με εγγύηση· και να με εξαναγκάσουν να
ξοδέψω χρόνια πολεμώντας να μου δοθούν τα στοιχεία που διέθετε η
κυβέρνηση ώστε ο διορισμένος από το δικαστήριο δικηγόρος μου να μπορέσει
να προετοιμάσει την υπεράσπισή μου.

Τι συνέβη στο δικαίωμά μου για ταχεία αποπεράτωση της δίκης μου; Επί
χρόνια, κάθε έξι μήνες μου προσφερόταν μια επιλογή: υπόγραψε ένα χαρτί
με το οποίο απεμπολείς τα Συνταγματικά σου δικαιώματα για να υπάρξει
γρήγορη δίκη, η πας σε δίκη με έναν δικηγόρο ο οποίος θα είναι
απροετοίμαστος. Επέλεξα να υπογράψω. Αλλά, προτρέχω.

Ξεκινώντας Η πορεία μου χαράχθηκε πιθανότατα τα πρώτα χρόνια της
ζωής μου. Ήμουν ένα "ευτυχισμένο και τυχερό" παιδί, βαριεστημένο. Αφότου
ο πατέρας μου έφυγε, όταν ήμουν τριών, η μητέρα μου εργαζόταν ως
σερβιτόρα για να μας ζήσει. Αν προσπαθούσε να με δει κανείς τότε, θα
έβλεπε ένα μοναχοπαίδι το οποίο μεγάλωνε μια μητέρα που εργαζόταν πολύ
και βιαζόταν, κι είχε ασταθές ωράριο. Θα έβλεπε ένα παιδί μόνο του, όλες
τις ώρες που ήταν ξύπνιο. Η μπέιμπι-σίτερ μου ήμουν εγώ.

Το ότι μεγάλωσα σε μια περιοχή στην κοιλάδα του Σαν Φερνάντο σήμαινε ότι
είχα όλο το Λος Αντζελες να εξερευνήσω, και στην ηλικία των δώδεκα ετών
είχα ανακαλύψει τον τρόπο να ταξιδεύω δωρεάν σε ολόκληρη την περιοχή του
ευρύτερου Λος Αντζελες. Συνειδητοποίησα μια μέρα, καθώς ταξίδευα με
λεωφορείο, ότι η ασφάλεια των εισιτηρίων που αγόραζα βασιζόταν στις
διάτρήσεις με τις οποίες οι οδηγοί σημείωναν την ημέρα, την ώρα και το
δρομολόγιο των μετεπιβιβάσεων. Ένας φιλικός οδηγός, απαντώντας σε μια
προσεκτικά διατυπωμένη ερώτησή μου, μού αποκάλυψε πού μπορούσα να
αγοράσω τα τρυπητήρια αυτού του είδους. Οι μετεπιβιβάσεις σου επιτρέπουν
να αλλάξεις λεωφορείο και να συνεχίσεις το ταξίδι σου ως τον προορισμό
σου, και κατάφερα να μάθω πώς να τις χρησιμοποιώ για να πηγαίνω όπου
ήθελα δωρεάν. Το να βρω κενά χαρτιά μετεπιβιβάσεων ήταν εύκολο σαν βόλτα
στο πάρκο: οι σκουπιδοτενεκέδες στους τερματικούς σταθμούς των
λεωφορείων ήταν πάντοτε γεμάτοι με μισοχρησιμοποιημένα βιβλία
μετεπιβιβάσεων, που πετούσαν οι οδηγοί στο τέλος της βάρδιας τους. Με
ένα κενό βιβλίο και το τρυπητήρι, μπορούσα να φτιάξω τις δικές μου
μετακινήσεις και να φθάσω οπουδήποτε πήγαιναν τα λεωφορεία του Λ.Α. Λίγο
καιρό μετά, είχα απομνημονεύσει τα δρομολόγια των λεωφορείων ολόκληρου
του συστήματος. Αυτό ήταν ένα πρώιμο παράδειγμα της εκπληκτικής μνήμης
που διέθετα για ορισμένους τύπους πληροφοριών: ακόμη και σήμερα, μπορώ
να θυμηθώ αριθμούς τηλεφώνων, passwords και άλλα δεδομένα, ως τα παιδικά
μου χρόνια. Αλλο ένα προσωπικό μου ενδιαφέρον που ήλθε στην επιφάνεια σε
μικρή ηλικία ήταν η γοητεία που μου ασκούσε το να κάνω μαγικά κόλπα.
Μόλις μάθαινα πώς γινόταν ένα νέο κόλπο, θα έκανα εξάσκηση, εξάσκηση και
εξάσκηση-ώσπου να το μάθω τέλεια. Σ'ένα βαθμό, ήταν μέσω της μαγείας που
ανακάλυψα την απόλαυση του να εξαπατάς τους ανθρώπους.

Από Phone Phreak, Hacker Η πρώτη μου εμπειρία με αυτό που θα μάθαινα
στη συνέχεια να αποκαλώ κοινωνική μηχανική (social engineering) ήλθε στα
χρόνια που ήμουν στο γυμνάσιο, όταν συνάντησα έναν μαθητή που είχε
κολλήσει με ένα χόμπι που αποκαλείτο phone phreaking. Το phone phreaking
είναι ένα είδος hacking που σου επιτρέπει να εξερευνάς το τηλεφωνικό
δίκτυο, εκμεταλλευόμενος τα τηλεφωνικά συστήματα και τους υπαλλήλους της
τηλεφωνικής εταιρίας. Μου έδειξε έξυπνα κόλπα που μπορούσε να κάνει με
ένα τηλέφωνο, όπως το να βρει οποιαδήποτε πληροφορία είχε η τηλεφωνική
εταιρία για οποιονδήποτε πελάτη, και το να χρησιμοποιεί έναν μυστικό
δοκιμαστικό αριθμό για να κάνει υπεραστικές κλήσεις δωρεάν (στην
πραγματικότητα, δωρεάν μόνο για μας-έμαθα, πολύ αργότερα, ότι δεν
επρόκειτο καθόλου για κάποιον μυστικό δοκιμαστικό αριθμό: οι κλήσεις
χρεώνονταν, στην πραγματικότητα, στους λογαριασμούς κάποιας καημένης
εταιρίας στην MCI). Αυτή ήταν η γνωριμία μου με το social engineering-το
νηπιαγωγείο μου, ας πούμε. Ο μαθητής αυτός και άλλος ένας phone phreaker
που συνάντησα λίγο μετά με άφηναν να ακούω, καθώς έκαναν ο ένας μετά τον
άλλο κλήσεις στην τηλεφωνική εταιρία για να αντλήσουν πληροφορίες. Τους
άκουσα να λένε πράγματα που τους έκαναν να φαίνονται πιστευτοί, έμαθα
ποια ήταν τα διάφορα γραφεία, την αργκό και τις διαδικασίες της
τηλεφωνικής εταιρίας. Αλλά αυτή η "εκπαίδευση" δεν διήρκεσε πολύ· δεν
χρειαζόταν. Σύντομα, τα έκανα όλα μόνος μου, μαθαίνοντας στην πορεία,
κάνοντάς το ακόμα καλύτερα από ότι αυτοί οι πρώτοι μου δάσκαλοι. Η
πορεία που θα ακολουθούσε η ζωή μου για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια είχε
χαραχτεί.

Μια από τις πιο αγαπημένες μου φάρσες ήταν να αποκτώ παράτυπη πρόβαση σε
κάποιον τηλεφωνικό διεπιλογέα (switch) και να αλλάζω το επίπεδο των
υπηρεσιών που είχε κάποιος άλλος phone phreak. Όταν επιχειρούσε να κάνει
ένα τηλεφώνημα από το σπίτι, το θύμα άκουγε ένα προηχογραφημένο μήνυμα
που του έλεγε να ρίξει ένα κέρμα στο τηλέφωνο, αφού ο διεπιλογέας της
τηλεφωνικής εταιρίας είχε λάβει στοιχεία που καταδείκνυαν ότι
τηλεφωνούσε από συσκευή για το κοινό με κερματοδέκτη. Απορροφήθηκα
εντελώς σ'ο,τιδήποτε αφορούσε τα τηλέφωνα-όχι μόνο τα ηλεκτρονικά τους,
τους διεπιλογείς και τους υπολογιστές, αλλά επίσης και την εταιρική
οργάνωση, τις διαδικασίες και την ορολογία. Μετά από λίγο καιρό, ήξερα
πιθανότατα περισσότερα για το τηλεφωνικό σύστημα από οποιονδήποτε
υπάλληλο που εργαζόταν σ'αυτό. Κι είχα αναπτύξει τις ικανότητές μου στο
social engineering στο σημείο που, μόλις στα 17 μου χρόνια, μπορούσα να
πείσω τους περισσότερους υπαλλήλους της τηλεπικοινωνιακής εταιρίας να
κάνουν σχεδόν τα πάντα, είτε τους μιλούσα προσωπικά είτε από το τηλέφωνο.

Η καριέρα μου ως hacker ξεκίνησε ενόσω ήμουν ακόμη στο γυμνάσιο. Τότε
χρησιμοποιούσαμε τον όρο hacker εννοώντας κάποιον που ξόδευε πολύ χρόνο
ενασχολούμενος με το hardware και το software, είτε για να αναπτύξει πιο
αποτελεσματικά προγράμματα ή για να παρακάμψει μη αναγκαία βήματα και να
καταφέρει αυτό που ήθελε να κάνει πιο γρήγορα. Ο όρος έχει πλέον γίνει
εξευτελιστικός, και σημαίνει "κακόβουλος εγκληματίας". Σ'αυτές τις
σελίδες χρησιμοποιώ τον όρο με τον τρόπο που τον χρησιμοποιούσα
πάντοτε-με την πρώτη, αγαθότερη έννοιά του. Στα τέλη του 1979, μια ομάδα
που αποτελούσαν μερικοί hackers που δούλευαν στην συνοικία του
ενοποιημένου γυμνασίου του Λος Αντζελες με προκάλεσαν να προσπαθήσω να
μπω με hacking στο The Ark, το υπολογιστικό σύστημα της Digital
Equipment Corporation που χρησιμοποιείτο για την ανάπτυξη του
λειτουργικού συστήματος RSTS/E της εταιρίας. Κι ήθελα να γίνω αποδεκτός
από τους τύπους σ'αυτή την ομάδα των hackers, ώστε να μπορέσω να μάθω
απ'αυτούς περισσότερα για τα λειτουργικά συστήματα.

Αυτοί οι νέοι μου "φίλοι" είχαν καταφέρει να βρουν τον διεπιλογικό
τηλεφωνικό αριθμό πρόσβασης στο υπολογιστικό σύστημα της DEC. Αλλά
ήξεραν ότι ο αριθμός dial-up δεν θα με ωφελούσε σε τίποτα: Δίχως ένα
όνομα χρήστη και τον κωδικό πρόσβασης, δεν θα μπορούσα να μπω ποτέ στο
σύστημα. Επρόκειτο να μάθουν σύντομα ότι όταν υποτιμάς τους άλλους,
μπορεί να σε δαγκώσουν στον πισινό. Αποδείχθηκε ότι για μένα, ακόμη και
σ'αυτή την νεαρή ηλικία, το να μπω με hacking στο σύστημα της DEC ήταν
πολύ εύκολο. Ισχυριζόμενος ότι ήμουν ο Anton Chernoff, ένα από τα
κορυφαία στελέχη που εργάζονταν για την ανάπτυξη του λειτουργικού, έκανα
ένα απλό τηλεφώνημα στον διαχειριστή του συστήματος. Ισχυρίστηκα ότι δεν
μπορούσα να αποκτήσω πρόσβαση σε έναν από τους λογαριασμούς "μου", και
ήμουν αρκετά πειστικός ώστε να καταφέρω τον τύπο να μου δώσει πρόσβαση
και να μου επιτρέψει να επιλέξω τον κωδικό της επιλογής μου. Ως επιπλέον
επίπεδο προστασίας, οποτεδήποτε κάποιος καλούσε το σύστημα ανάπτυξης, ο
χρήστης έπρεπε να δώσει έναν κωδικό για την έγκριση της τηλεφωνικής
σύνδεσης. Ο διαχειριστής του συστήματος μου είπε τον κωδικό. Ήταν
buffoon (παλιάτσος), πράγμα που υποθέτω περιγράφει το πώς πρέπει να
ένοιωσε αργότερα, όταν ανακάλυψε τι είχε συμβεί. Μέσα σε χρόνο λιγότερο
από πέντε λεπτά, είχα αποκτήσει πρόσβαση στο σύστημα ανάπτυξης του
RSTE/E της Digital. Και δεν είχα πρόσβαση ως απλός, συνηθισμένος
χρήστης, αλλά ως χρήστης που διέθετε όλα τα προνόμια ενός system
developer. Στην αρχή, οι νέοι υποτιθέμενοι φίλοι μου αρνούνταν να
πιστέψουν πως είχα αποκτήσει πρόσβαση στο σύστημα The Ark.

Ένας από αυτούς πραγματοποιήσε μια τηλεφωνική κλήση στο σύστημα και
έσπρωξε το πληκτρολόγιο μπροστά μου έχοντας ένα προκλητικό ύφος στο
πρόσωπό του. Το στόμα του άνοιξε καθώς πράγματι συνδέθηκα σε έναν
προνομιακό λογαριασμό. Αργότερα, ανακάλυψα ότι πήγαν κάπου αλλού και,
την ίδια εκείνη ημέρα, άρχισαν να κατεβάζουν τμήματα του πηγαίου κώδικα
του λειτουργικού συστήματος της DEC. Ήταν η σειρά μου να την πατήσω.
Αφού κατέβασαν όλο το λογισμικό που ήθελαν, κάλεσαν το τμήμα ασφαλείας
της εταιρίας στην DEC και είπαν ότι κάποιος είχε διεισδύσει με hacking
στο εταιρικό δίκτυο. Κι έδωσαν το όνομά μου. Οι υποτιθέμενοι φίλοι μου
πρώτα χρησιμοποίησαν την πρόσβαση που είχα αποκτήσει για να αντιγράψουν
εξαιρετικά ευαίσθητο πηγαίο κώδικα, και μετά με κατέδωσαν. Υπήρχε ένα
μάθημα εκεί, όχι όμως ένα μάθημα που θα κατάφερνα να καταλάβω εύκολα.
Στην διάρκεια των χρόνων που ακολούθησαν, θα έμπλεκα επανειλημμένα σε
μπελάδες επειδή εμπιστεύτηκα ανθρώπους που πίστευα ότι ήταν φίλοι μου.

Μετά το γυμνάσιο, σπούδασα υπολογιστές στο Κέντρο Εκμάθησης Υπολογιστών
στο Λος Αντζελες. Σε μερικούς μήνες, ο διαχειριστής των υπολογιστών του
σχολείου συνειδητοποίησε ότι είχα βρει ένα ευάλωττο σημείο στο
λειτουργικό σύστημα και είχα αποκτήσει όλα τα διαχειριστικά προνόμια
στον μινι-υπολογιστή IBM του σχολείου. Οι καλύτεροι ειδικοί του
διδακτικού προσωπικού δεν μπορούσαν να καταλάβουν πώς το είχα καταφέρει.
Σε ένα από τα πρώτα παραδείγματα της τακτικής "προσέλαβε τον hacker",
μου έκαναν μια προσφορά που δεν μπορούσα να αρνηθώ: να αναλάβω ένα έργο
για την βελτίωση της ασφάλειας του υπολογιστή του σχολείου, ή να
αποβληθώ επειδή μπήκα στο σύστημα με hacking. Φυσικά επέλεξα το τιμητικό
έργο, και κατέληξα να αποφοιτήσω με πτυχίο και τιμητική διάκριση.

Πώς έγινα Social Engineer Μερικοί άνθρωποι ξυπνούν το πρωί
τρομοκρατημένοι από την καθημερινή εργασιακή ρουτίνα τους, στα κατά
φαντασίαν ορυχεία όπου πηγαίνουν. Ήμουν τυχερός στο ότι η δουλειά μου
μου άρεσε. Για την ακρίβεια, δεν μπορείτε να φανταστείτε την πρόκληση,
την ανταμοιβή και την ικανοποίηση που ένοιωθα, την εποχή που ήμουν
ιδιωτικός ερευνητής. Ακόνιζα τα ταλέντα μου στην τέχνη που αποκαλείται
κοινωνική μηχανική-το να καταφέρνω να πείθω ανθρώπους να κάνουν πράγματα
που φυσιολογικά δεν θα έκαναν για κάποιον ξένο-και πληρωνόμουν γι'αυτό.
Για μένα, δεν ήταν δύσκολο να γίνω αποτελεσματικός στο social
engineering. Η πλευρά του πατέρα μου στην οικογένεια ασχολείτο με
πωλήσεις για γενιές ολόκληρες, έτσι η τέχνη της άσκησης επιρροής και
πειθούς μπορεί και να μου είχε ενσταλλαχθεί κληρονομικά. Όταν συνδυάζεις
μια κλίση στην παραπλάνηση των ανθρώπων με τα ταλέντα της επιρροής και
της πειθούς, φθάνεις στο προφίλ ενός social engineer.

Μπορεί κανείς να πει ότι υπάρχουν δύο ειδικότητες στην περιγραφή της
εργασίας ενός καλλιτέχνη της παραπλάνησης, ενός απατεώνα. Αυτός που
εξαπατά και αποσπά από ανθρώπους τα χρήματά τους ανήκει στην μια
ειδικότητα, του κλέφτη. Αυτός που χρησιμοποιεί την εξαπάτηση, την
επιρροή και την πειθώ εναντίον επιχειρήσεων, με στόχο συνήθως τις
πληροφορίες τους, ανήκει στην άλλη ειδικότητα, του social engineer. Από
την εποχή που έκανα το κόλπο με τα λεωφορεία, όταν ήμουν πολύ μικρός για
να καταλάβω ότι ήταν λάθος αυτό που έκανα, αντιλήφθηκα το ταλέντο μου να
μαθαίνω τα μυστικά που δεν έπρεπε. Έκτισα πάνω σε αυτό το ταλέντο
χρησιμοποιώντας την παραπλάνηση, γνωρίζοντας την αργκό, κι αναπτύσσοντας
μια καλοακονισμένη ικανότητα να μανιπουλάρω ανθρώπους. Ένας από τους
τρόπους που χρησιμοποίησα για να εξελίξω τις ικανότητες μου στην τέχνη
μου (αν μπορώ να την αποκαλέσω τέχνη) ήταν να διαλέγω τυχαία μια
πληροφορία που μου ήταν αδιάφορη και να προσπαθώ να δω αν μπορούσα να
πείσω κάποιον ή κάποια στην άλλη άκρη μιας τηλεφωνικής γραμμής να μου
την δώσει, απλώς και μόνο για να βελτιώσω τα ταλέντα μου. Με τον ίδιο
τρόπο που έκανα εξάσκηση στα μαγικά μου κόλπα, έκανα εξάσκηση στην
εξεύρεση προσχημάτων.

Μ'αυτές τις πρόβες, σύντομα ανακάλυψα ότι μπορούσα να αποκτήσω σχεδόν
οποιαδήποτε πληροφορία είχα στόχο. Καταθέτοντας στο Κογκρέσο ενώπιον των
Γερουσιαστών Λίμπερμαν και Τόμπσον, χρόνια αργότερα, είπα πως "απέκτησα
παράτυπη πρόσβαση στα υπολογιστικά συστήματα ορισμένων από τις
μεγαλύτερες επιχειρήσεις στον πλανήτη, και διεισέδυσα επιτυχώς σε μερικά
από τα πιο ανθεκτικά υπολογιστικά συστήματα που αναπτύχθηκαν ποτέ.
Χρησιμοποίησα τεχνικά όσο και μη τεχνικά μέσα για να αποκτήσω τον πηγαίο
κώδικα διαφόρων λειτουργικών συστημάτων και τηλεπικοινωνιακών συσκευών,
για να μελετήσω τα ευάλωττα σημεία τους και τον εσώτερο τρόπο
λειτουργίας τους". Όλα αυτά ήταν στην πραγματικότητα μια προσπάθεια να
ικανοποιήσω την περιέργειά μου, να δω τι μπορούσα να κάνω, και να
ανακαλύψω μυστικές πληροφορίες σχετικά με λειτουργικά συστήματα, κινητά
τηλέφωνα, και ο,τιδήποτε άλλο εξήρε την περιέργειά μου. Η σειρά των
γεγονότων που θα άλλαζαν τη ζωή μου άρχισε όταν έγινα το θέμα ενός
άρθρου στο πάνω μέρος του πρωτοσέλιδου των New York Times της 4ης
Ιουλίου 1994. Μέσα σε μια νύχτα, αυτό το άρθρο και μόνο μετέβαλε την
εικόνα μου από εκείνην ενός σχετικά άγνωστου ενοχλητικού hacker σε αυτήν
του Δημοσίου Κινδύνου Υπ'Αριθμόν 1 στον κυβερνοχώρο. Σύμφωνα με τον Τζον
Μάρκοφ, "συνδυάζοντας τεχνική μαγεία με την πανάρχαια δολιότητα του
απατεώνα, ο Κέβιν Μίτνικ είναι ένας προγραμματιστής υπολογιστών που έχει
καταληφθεί από αμόκ" (The New York Times, 4 Ιουλίου 1994). Συνδυάζοντας
την πανάρχαια επιθυμία να αποκτήσει μια περιουσία που δεν του ανήκε με
την δύναμη να δημοσιεύει ψευδή και συκοφαντικά άρθρα για τους ανθρώπους
που επέλεγε ως θέματα στην πρώτη σελίδα των New York Times, ο Τζον
Μάρκοφ ήταν στ'αλήθεια ένας ρεπόρτερ για θέματα τεχνολογίας που είχε
καταληφθεί από αμόκ. Ο Μάρκοφ επρόκειτο να κερδίσει πάνω από 1
εκατομμύριο δολάρια δημιουργώντας μόνος του αυτόν που αποκαλώ τον "Μύθο
του Κέβιν Μίτνικ". Έγινε πλούσιος διαμέσου της ίδιας ακριβώς τεχνικής
που χρησιμοποίησα για να μπω σε υπολογιστικά συστήματα και δίκτυα σε όλο
τον κόσμο: της εξαπάτησης. Σε αυτήν την περίπτωση όμως, το θύμα της
εξαπάτησης δεν ήταν κάποιος απλός χρήστης υπολογιστή ή κάποιος
διαχειριστής συστήματος, ήταν κάθε άτομο που εμπιστευόταν τα ρεπορτάζ
που δημοσιεύονται στις σελίδες των New York Times.

Ο πιο καταζητούμενος στον Κυβερνοχώρο Το άρθρο του Μάρκοφ στους Times
ήταν σαφώς σχεδιασμένο ώστε να μπορέσει να αποσπάσει ένα συμβόλαιο για
να γράψει ένα βιβλίο σχετικά με την ιστορία της ζωής μου. Δεν συνάντησα
ποτέ τον Μάρκοφ, κι όμως έχει κυριολεκτικά γίνει εκατομμυριούχος
διαμέσου των λιβελογραφικών και συκοφαντικών του "ρεπορτάζ" για μένα
στους Times και το βιβλίο του, που εξέδωσε το 1991, με τίτλο Cyberpunk.

Στο άρθρο του, συμπεριέλαβε δεκάδες κατηγορίες σε βάρος μου, που
παρουσίασε ως γεγονότα, χωρίς να επικαλείται τις πηγές του, που ακόμη
και η πιο επιφανειακή διαδικασία επαλήθευσης των γεγονότων (κάτι που
νόμιζα ότι όλες οι εφημερίδες πρώτης γραμμής απαιτούν από τους
δημοσιογράφους τους να κάνουν) θα αποκάλυπτε ότι ήταν αναληθείς ή
αναπόδεικτες. Με αυτό το ψευδές και συκοφαντικό άρθρο, ο Μάρκοφ με
χαρακτήρισε τον "πιο καταζητούμενο στον κυβερνοχώρο", ως "έναν από τους
πιο καταζητούμενους εγκληματίες των υπολογιστών στη χώρα", χωρίς
δικαιολογία, λόγο, ή στοιχεία που να υποστηρίζουν τις κατηγορίες που
διατύπωνε, με διακριτικότητα συγγραφέα για ταμπλόιντ εφημερίδα
σούπερ-μάρκετ. Στο δυσφημιστικό του άρθρο, ο Μάρκοφ ισχυρίσθηκε, ψευδώς,
ότι έκανα παρακολουθήσεις σε βάρος του FBI (πράγμα που δεν είχα κάνει)·
ότι είχα διεισδύσει στους υπολογιστές του NORAD (που δεν είναι
συνδεδεμένο με κανένα εξωτερικό δίκτυο)· κι ότι ήμουν ένας "βάνδαλος"
των υπολογιστών, παρά το γεγονός ότι δεν είχα προκαλέσει ζημιά από
πρόθεση σε κανέναν από τους υπολογιστές στους οποίους είχα αποκτήσει
πρόσβαση.

Αυτές, ανάμεσα σε άλλες απίθανες κατηγορίες, ήταν, πέρα από εντελώς
χαλκευμένες, σχεδιασμένες για να δημιουργήσουν μια αίσθηση φόβου για τις
δυνατότητές μου. Σε μια ακόμη παραβίαση της δημοσιογραφικής ηθικής, ο
Μάρκοφ δεν αποκάλυψε στο άρθρο εκείνο και σε όλα τα συνακόλουθα άρθρα
του ότι είχε προϋπάρχουσα σχέση με εμένα, μια προσωπική αντιπάθεια που
απέρρεε από το γεγονός ότι είχα αρνηθεί να συμβάλλω στην συγγραφή του
βιβλίου Cyberpunk. Επιπλέον, του κόστισα κάποια δυνάμει επιπλέον έσοδα,
αρνούμενος να ανανεώσω το συμβόλαιο που του είχε προσφερθεί για το
γύρισμα μιας ταινίας βάσει του βιβλίου του. Το άρθρο του Μάρκοφ είχε
σαφέστατα στόχο να προκαλέσει τις υπηρεσίες ασφαλείας της Αμερικής. "Οι
υπηρεσίες ασφαλείας", έγραψε ο Μάρκοφ, "δεν μοιάζουν ικανές να τον
προλάβουν...". Το άρθρο ήταν εκ προθέσεως φτιαγμένο για να με
παρουσιάσει ως τον Δημόσιο Κίνδυνο Υπ'Αριθμόν 1 του κυβερνοχώρου, ώστε
να αναγκάσει το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ να δώσει την μεγαλύτερη
δυνατή προτεραιότητα στην υπόθεσή μου. Μερικούς μήνες αργότερα, ο Μάρκοφ
και ο φιλαράκος του Τσουτόμου Σιμομούρα θα συμμετείχαν, σαν de facto
πράκτορες της κυβέρνησης, στην επιχείρηση της σύλληψής μου,
παραβιάζοντας την ηθική τόσο του ομοσπονδιακού νόμου όσο και της
δημοσιογραφίας. Κι οι δύο ήταν κοντά όταν τρία κενά εντάλματα
χρησιμοποιήθηκαν για την παράνομη έρευνα της κατοικίας μου, και ήταν
παρόντες στην σύλληψή μου. Και, στην διάρκεια της έρευνας των
δραστηριοτήτων μου, οι δύο επίσης παραβίασαν τον ομοσπονδιακό νόμο,
υποκλέπτοντας μια προσωπική μου τηλεφωνική κλήση.

Ενώ παρουσίαζε εμένα ως τον κακό, ο Μάρκοφ, σε επόμενο άρθρο του,
παρουσίασε τον Σιμομούρα ως τον υπ'αριθμόν 1 ήρωα του κυβερνοχώρου. Και
πάλι, παραβίαζε την δημοσιογραφική ηθική μη αποκαλύπτοντας μια
προϋπάρχουσα σχέση: αυτός ο ήρωας ήταν στην πραγματικότητα προσωπικός
φίλος του Μάρκοφ επί χρόνια.

Πρώτη Επαφή Η πρώτη μου συνάντηση με τον Μάρκοφ είχε γίνει στα τέλη
της δεκαετίας του '80, όταν ο ίδιος και η σύζυγός του Κέιτι Χέφνερ είχαν
έλθει σε επαφή μαζί μου καθώς βρίσκονταν στην διαδικασία της συγγραφής
του Cyberpunk, που επρόκειτο να είναι η ιστορία τριών hackers: ενός
παιδιού από τη Γερμανία γνωστού ως Pengo, του Ρόμπερτ Μόρις, και εμού.
Τι αποζημίωση μου προσέφεραν για να συμμετάσχω; Τίποτα. Δεν έβλεπα
κανένα όφελος στο να τους δώσω την ιστορία μου αν αυτοί έβγαζαν κέρδος
ενώ εγώ όχι, κι έτσι αρνήθηκα να τους βοηθήσω. Ο Μάρκοφ μου έστειλε ένα
τελεσίγραφο: ή μας δίνεις συνέντευξη, ή ο,τιδήποτε ακούμε από
οποιαδήποτε πηγή θα το αποδεχόμαστε ως αλήθεια. Ήταν σαφώς ενοχλημένος
που δεν θα συνεργαζόμουν, και μου καθιστούσε σαφές ότι είχε τα μέσα για
να με κάνει να το μετανοιώσω. Επέλεξα να διατηρήσω την θέση μου, και δεν
επρόκειτο να συνεργασθώ παρά τις τακτικές πίεσης που ακολουθούσε. Όταν
δημοσιεύθηκε, το βιβλίο φιλοτεχνούσε το πορτέτο μου ως του "Hacker της
Σκοτεινής Πλευράς".

Συμπέρανα ότι οι συγγραφείς είχαν εκ προθέσεως συμπεριλάβει αστήρικτες,
αναληθείς δηλώσεις για να με εκδικηθούν που δεν είχα συνεργασθεί μαζί
τους. Παρουσιάζοντας τον χαρακτήρα μου ως απαίσιο και ρίχνοντάς μου ένα
ψεύτικο φως, πιθανότατα είχαν αυξήσει τις πωλήσεις του βιβλίου τους.
Ένας κινηματογραφικός παραγωγός μου τηλεφώνησε με σπουδαία νέα: το
Χόλυγουντ ενδιαφερόταν να κάνει μια ταινία για τον Hacker της Σκοτεινής
Πλευράς που απεικονιζόταν στο βιβλίο Cyberpunk. Τόνισα ότι η υπόθεση του
βιβλίου ήταν γεμάτη ανακρίβειες και αναλήθειες σχετικά με εμένα, αλλά
παρ'όλ'αυτά ήταν πολύ ενθουσιασμένος με το έργο. Δέχθηκα να μου δώσει
5.000 δολάρια για μια option δύο ετών, και άλλα 45.000 δολάρια αν
κατάφερναν να επιτύχουν συμφωνία για την παραγωγή της ταινίας και
κινούνταν σε αυτή την κατεύθυνση. Όταν η option έληξε, η εταιρία
παραγωγής ζήτησε εξάμηνη παράταση. Εκείνο τον καιρό εργαζόμουν και
κέρδιζα ικανοποιητικά χρήματα, κι έτσι είχα ελάχιστα κίνητρα να δω να
παράγεται μια ταινία η οποία θα με παρουσίαζε με έναν τόσο δυσμενή και
εσφαλμένο τρόπο. Αρνήθηκα να δεχθώ την παράταση. Αυτό σκότωσε την
προοπτική να υπάρξει συμφωνία για την ταινία για όλους, περιλαμβανομένου
του Μάρκοφ, ο οποίος πιθανότατα περίμενε ότι θα κέρδιζε ένα τεράστιο
ποσό χρημάτων από το έργο. Εδώ ήταν ένας ακόμη λόγος για τον Τζον Μάρκοφ
να είναι εκδικητικός απέναντί μου.

Περίπου την εποχή που εκδόθηκε το Cyberpunk, ο Μάρκοφ είχε μια
συνεχιζόμενη επιστολογραφία μέσω e-mail με τον φίλο του Σιμομούρα.
Αμφότεροι, παραδόξως, ενδιαφέρονταν σφόδρα για το πού βρισκόμουν και το
τι έκανα. Κατά εκπληκτικό τρόπο, ένα από τα e-mail που αντάλλαξαν
περιείχε πληροφορίες ότι παρακολουθούσα το Πανεπιστήμιο της Νεβάδα, στο
Λας Βέγκας, κι είχα χρησιμοποιήσει ένα εργαστήριο υπολογιστών των
φοιτητών. Μπορεί να σήμαινε αυτό ότι οι Μάρκοφ και Σιμομούρα
ενδιαφέρονταν να γράψουν άλλο ένα βιβλίο για μένα; Σε διαφορετική
περίπτωση, γιατί να τους ένοιαζε τι έκανα;

Ο Μάρκοφ σε καταδίωξη Πάμε ένα βήμα πίσω, στα τέλη του 1992. Πλησίαζα
στο τέλος της απελευθέρωσής μου υπό περιοριστικούς όρους, για την
εισβολή μου στο εταιρικό δίκτυο της Digital Equipment Corporation. Στο
μεταξύ, είχα αντιληφθεί ότι η κυβέρνηση προσπαθούσε να στοιχειοθετήσει
άλλη μια υπόθεση σε βάρος μου, σε αυτή την περίπτωση επειδή είχα
εμπλακεί σε αντικατασκοπευτική δραστηριότητα, προκειμένου να μάθω για
ποιο λόγο είχαν παγιδευτεί οι τηλεφωνικές γραμμές μιας εταιρίας
ιδιωτικών ερευνών του Λος Αντζελες. Καθώς έσκαβα, επιβεβαίωσα την υποψία
μου: οι άνθρωποι του τμήματος ασφαλείας της Pacific Bell πράγματι
ερευνούσαν για την επιχείρηση. Το ίδιο και ένας βοηθός του Τμήματος του
Σερίφη της Κομητείας του Λος Αντζελες που ασχολείτο με το έγκλημα στον
τομέα των υπολογιστών. (Ο βοηθός αποδείχθηκε ότι ήταν, συμπτωματικά, ο
δίδυμος αδελφός του ενός εκ των συγγραφέων του βιβλίου περί εμού. Είναι
μικρός ο κόσμος). Περίπου εκείνο τον καιρό, οι Ομοσπονδιακοί ανέθεσαν σε
έναν εγκληματία που είχαν κάνει πληροφοριοδότη τους το να με παγιδεύσει.
Γνώριζαν ότι πάντοτε προσπαθούσα να το μαθαίνω αν οποιαδήποτε υπηρεσία
πραγματοποιούσε έρευνα σε βάρος μου. Έτσι, έστειλαν τον πληροφοριοδότη
να προσπαθήσει να γίνει φίλος μου και να με προειδοποιήσει ότι με
παρακολουθούσαν. Ακόμη, μοιράστηκε μαζί μου λεπτομέρειες για ένα
υπολογιστικό συστημα στην Pacific Bell, που θα μπορούσε να μου επιτρέψει
να παρακολουθώ την δική τους παρακολούθηση. Όταν ανακάλυψα το σχέδιό
του, ανέτρεψα την κατάσταση και τον εξέθεσα για την απάτη με πιστωτικές
κάρτες που διέπραττε ενώ εργαζόταν για την κυβέρνηση, ως
πληροφοριοδότης. Είμαι σίγουρος ότι οι Ομοσπονδιακοί το εκτίμησαν αυτό!

Η ζωή μου άλλαξε την Ημέρα της Ανεξαρτησίας του 1994, όταν το pager μου
με ξύπνησε νωρίς το πρωί. Ο αποστολέας του μηνύματος έγραφε ότι θα
έπρεπε κατεπειγόντως να αγοράσω ένα φύλλο των New York Times.

Δεν μπορούσα να το πιστέψω όταν είδα ότι ο Μάρκοφ όχι μόνο είχε γράψει
ένα άρθρο για εμένα, αλλά και ότι οι Times το είχαν βάλει στην πρώτη
σελίδα τους. Η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο νου ήταν για την προσωπική
μου ασφάλεια-τώρα η κυβέρνηση θα αύξανε σημαντικά τις προσπάθειές της να
με βρει. Ανακουφίσθηκα επειδή στην προσπάθεια τους να με
δαιμονοποιήσουν, οι Times δημοσίευσαν μια φωτογραφία πολύ διαφορετική
από το πώς ήμουν. Δεν φοβόμουν ότι θα με αναγνώριζαν· είχαν επιλέξει μια
φωτογραφία τόσο παλιά που δεν έμοιαζε καθόλου με εμένα! Καθώς άρχισα να
διαβάζω το άρθρο, συνειδητοποίησα ότι ο Μάρκοφ ετοιμαζόταν να γράψει το
βιβλίο για τον Κέβιν Μίτνικ, ακριβώς όπως πάντοτε ήθελε. Απλώς δεν
μπορούσα να πιστέψω ότι οι New York Times θα διακινδύνευαν να τυπώσουν
τις οφθαλμοφανώς ψευδείς κατηγορίες που είχε γράψει εναντίον μου.
Ένοιωσα αδύναμος. Ακόμη κι αν ήμουν σε θέση να απαντήσω, ασφαλώς δεν θα
μπορούσα να έχω ακροατήριο ισομεγέθες αυτού των New York Times για να
διαψεύσω τα εξοργιστικά ψεύδη του Μάρκοφ. Αν και μπορώ να συμφωνήσω ότι
υπήρξα ενοχλητικός, ουδέποτε κατέστρεψα πληροφορίες, χρησιμοποίησα ή
αποκάλυψα σε άλλους τις πληροφορίες που είχα στην κατοχή μου. Οι
πραγματικές ζημιές από τις δραστηριότητές μου όταν έκανα hacking ήταν
ισόποσες με το κόστος των τηλεφωνικών κλήσεων που είχα κάνει με έξοδα
της τηλεφωνικής εταιρίας, τα χρήματα που ξόδεψαν οι εταιρίες για να
διορθώσουν τις αδυναμίες από πλευράς ασφαλείας που είχαν αποκαλύψει οι
επιθέσεις μου, και σε κάποιες λίγες περιπτώσεις πιθανώς το ότι οι
επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να επανεγκαταστήσουν τα λειτουργικά τους
συστήματα και τις εφαρμογές τους, λόγω του φόβου ότι μπορεί να είχα
τροποποιήσει το λογισμικό κατά τρόπο που θα μου επέτρεπε να έχω πρόσβαση
σε αυτά και στο μέλλον.

Αυτές οι επιχειρήσεις θα παρέμεναν ευάλωττες σε δυνητικά πολύ χειρότερες
ζημιές, αν οι δραστηριότητές μου δεν τους είχαν επισημάνει τους
αδύναμους κρίκους στην αλυσίδα της ασφάλειάς τους. Αν και είχα
προκαλέσει κάποιες ζημιές, οι πράξεις μου και το κίνητρό μου δεν ήταν
κακόβουλα... και τότε ο Τζον Μάρκοφ άλλαξε την αντίληψη του κόσμου για
τον κίνδυνο που αντιπροσώπευα. Η ισχύς που διαθέτει ένας ανήθικος
ρεπόρτερ σε μια τόσο επιδραστική εφημερίδα, να γράψει ένα ψευδές και
δυσφημιστικό ρεπορτάζ σε βάρος οποιουδήποτε, θα έπρεπε να στοιχειώνει
τον καθένα μας. Ο επόμενος στόχος θα μπορούσατε να είστε εσείς.

Η Δοκιμασία Μετά την σύλληψή μου, μεταφέρθηκα στην Κομητειακή Φυλακή
στο Σμίθφιλντ της Βόρειας Καρολίνας, όπου η Υπηρεσία των Μάρσαλς των ΗΠΑ
είχε διατάξει τους δεσμοφύλακες να με βάλουν "στην τρύπα"-στην
απομόνωση. Μέσα σε μία εβδομάδα, οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς και ο
δικηγόρος μου είχαν συνάψει μια συμφωνία που εγώ δεν μπορούσα να αρνηθώ.
Θα μπορούσα να βγω από την απομόνωση μόνο υπό τον όρο ότι απεμπολούσα
στοιχειώδη δικαιώματά μου και συμφωνούσα να: α) μην ζητήσω ακρόαση για
αποφυλάκιση με εγγύηση· β) να μην ζητήσω προκαταρκτική διαδικασία· και
γ) μην κάνω τηλεφωνήματα, εκτός από αυτά προς τον δικηγόρο μου και δύο
μέλη της οικογενείας μου. Αν υπέγραφα, μπορούσα να βγω από την
απομόνωση. Υπέγραψα. Οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς που ασχολούνταν με την
δίωξή μου χρησιμοποίησαν κάθε βρώμικο κόλπο που υπάρχει στο βιβλίο ως
την αποφυλάκισή μου, πέντε χρόνια αργότερα.

Εξαναγκάστηκα επανειλημμένως να απεμπολήσω τα δικαιώματά μου ώστε να
απολαύω της μεταχείρισης που είχε κάθε άλλος κατηγορούμενος. Αλλά αυτή
ήταν η υπόθεση Κέβιν Μίτνικ: Δεν υπήρχαν κανόνες. Καμμία απαίτηση να
γίνουν σεβαστά τα Συνταγματικά δικαιώματα του κατηγορούμενου. Η υπόθεσή
μου δεν αφορούσε απλώς την δικαιοσύνη, αλλά και την αποφασιστικότητα της
κυβέρνησης να νικήσει, όποιο κι αν ήταν το κόστος.

Οι εισαγγελείς διατύπωσαν υπερβολικές κατηγορίες στο δικαστήριο για τις
ζημίες που είχα προκαλέσει και την απειλή που αντιπροσώπευα, και τα μέσα
ενημέρωσης μετέφεραν στο κοινό αυτούσιες τις δηλώσεις, που προκαλούσαν
αίσθηση· τώρα, ήταν πολύ αργά για τους κατήγορους να υπαναχωρήσουν. Η
κυβέρνηση δεν μπορούσε να χάσει την υπόθεση Μίτνικ. Ο κόσμος έβλεπε.
Πιστεύω ότι τα δικαστήρια επηρρεάστηκαν από τον τρόμο που δημιούργησε η
κάλυψη των μέσων ενημέρωσης, αφού πολλοί από τους ηθικότερους
δημοσιογράφους είχαν αντλήσει τα "γεγονότα" από τους έγκριτους New York
Times και τα επαναλάμβαναν. Ο δημιουργημένος από τα ΜΜΕ μύθος φαίνεται
πως τρόμαξε ακόμη και τους αξιωματούχους των υπηρεσιών ασφαλείας.

Ένα εμπιστευτικό έγγραφο που βρέθηκε στην κατοχή του δικηγόρου μου
έδειξε ότι η Υπηρεσία των Μάρσαλς των ΗΠΑ είχε εκδόσει προειδοποίηση
προς όλους τους πράκτορες των υπηρεσιών ασφαλείας να μην αποκαλύψουν
ποτέ προσωπικά τους στοιχεία σε μένα· αλλοιώς, μπορεί οι ζωές τους να
καταστρέφονταν ηλεκτρονικά. Το Σύνταγμά μας προβλέπει ότι ο
κατηγορούμενος θεωρείται αθώος πριν δικασθεί, άρα παρέχει σε όλους τους
πολίτες το δικαίωμα σε ακρόαση σχετικά με την αίτηση αποφυλάκισης με
εγγύηση, όπου ο κατηγορούμενος έχει την ευκαιρία να εκπροσωπηθεί από
δικηγόρο, να παρουσιάσει στοιχεία, και να εξετάσει δι'αντιπαράστασης
μάρτυρες. Κατά τρόπο απίστευτο, η κυβέρνηση καταστρατήγησε αυτά τα
δικαιώματά μου, βασιζόμενη στην εσφαλμένη υστερία που δημιούργησαν
ανεύθυνοι ρεπόρτερς όπως ο Τζον Μάρκοφ.

Κρατήθηκα έγκλειστος για πάνω από τεσσεράμιση χρόνια πριν υπάρξει δίκη,
κάτι που δεν έχει προηγούμενο. Η άρνηση του δικαστή να μου επιτρέψει την
ακρόαση προκειμένου να διεκδικήσω αποφυλάκιση με εγγύηση εκδικάσθηκε ως
και στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ. Τελικά, η ομάδα της υπεράσπισής μου
με ενημέρωσε ότι η υπόθεσή μου έθεσε άλλο ένα προηγούμενο: Ήμουν ο μόνος
ομοσπονδιακός κρατούμενος στην ιστορία των ΗΠΑ που του αρνήθηκαν ακρόαση
για αποφυλάκιση με εγγύηση. Η κυβέρνηση δεν χρειάστηκε ποτέ να αποδείξει
ότι δεν υπήρχαν όροι αποφυλάκισης που θα διασφάλιζαν την παρουσία μου
στο δικαστήριο. Τουλάχιστον σε αυτήν την υπόθεση, οι ομοσπονδιακοί
εισαγγελείς δεν ισχυρίσθηκαν ότι θα μπορούσα να ξεκινήσω πυρηνικό πόλεμο
απλώς σφυρίζοντας σε κάποιο τηλέφωνο με κερματοδέκτη για το κοινό, όπως
είχαν ισχυρισθεί άλλοι εισαγγελείς σε μια προηγούμενη υπόθεση. Οι πιο
σοβαρές κατηγορίες σε βάρος μου ήταν ότι είχα αντιγράψει κλειστό πηγαίο
κώδικα για διάφορους τύπους κινητών τηλεφώνων και δημοφιλή λειτουργικά
συστήματα.

Ωστόσο, οι εισαγγελείς με κατηγόρησαν δημόσια και στο δικαστήριο ότι
είχα προκαλέσει συνολικές ζημιές που ξεπερνούσαν τα 300 εκατομμύρια
δολάρια σε διάφορες επιχειρήσεις. Τα έγγραφα με τις λεπτομέρειες της
εκτίμησης των ζημιών είναι ακόμη σφραγισμένα από το δικαστήριο,
υποτίθεται για να προστατευθούν οι εμπλεκόμενες εταιρίες· η ομάδα της
υπεράσπισής μου, όμως, πιστεύει ότι το αίτημα της κατηγορούσας αρχής να
σφραγισθούν οι πληροφορίες αυτές κατατέθηκε για να συγκαλυφθεί η
τεράστια παρανομία της στην υπόθεσή μου. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι
κανένα από τα θύματα στην υπόθεσή μου δεν ανέφερε οποιαδήποτε ζημία στην
Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όπως προβλέπει ο νόμος. Είτε πολλές πολυεθνικές
επιχειρήσεις παραβίασαν τον Ομοσπονδιακό νόμο-και παράλληλα εξαπάτησαν
την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, τους μετόχους τους και τους αναλυτές-ή οι
ζημίες που μπορούν να αποδοθούν στο δικό μου hacking ήταν, στην
πραγματικότητα, πολύ ασήμαντες για να αναφερθούν.

Στο βιβλίο του The Fugitive Game [Το Παιγνίδι του Φυγά], ο Τζόναθαν Λι
Βαν αναφέρει ότι μέσα σε μία εβδομάδα από την δημοσίευση του
πρωτοσέλιδου ρεπορτάζ στους New York Times, ο πράκτορας του Μάρκοφ είχε
"καταλήξει σε συμφωνία πακέτο" με τον εκδοτικό οίκο Ουώλτ Ντίσνεϋ
Υπερίων για να εκδοθεί ένα βιβλίο σχετικά με την εκστρατεία της σύλληψής
μου. Η προκαταβολή επρόκειτο να είναι περίπου 750.000 δολάρια. Σύμφωνα
με τον Λίτμαν, επρόκειτο να υπάρξει μια ταινία του Χόλυγουντ, επίσης, με
την Μίραμαξ να δίνει πάνω από 200.000 δολάρια για να έχει τα δικαιώματα
και "συνολικά 650.000 πληρωτέα με την έναρξη των γυρισμάτων". Μια
εμπιστευτική πηγή πρόσφατα με πληροφόρησε πως η συμφωνία του Μάρκοφ ήταν
στην πραγματικότητα πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που πίστευε αρχικά ο
Λίτμαν. Έτσι, ο Τζον Μάρκοφ πήρε κάπου ένα εκατομμύριο δολάρια, κι εγώ
πήρα πέντε χρόνια φυλακή.

Τι λένε άλλοι Ένα βιβλίο που εξετάζει τις νομικές διαστάσεις της
υπόθεσής μου γράφτηκε από έναν άνθρωπο που υπήρξε και ο ίδιος δημόσιος
κατήγορος στο Γραφείο Εισαγγελέα του Λος Αντζελες, συνάδελφος των
κατηγόρων που άσκησαν την δίωξη σε βάρος μου. Στο βιβλίο του Spectacular
Computer Crimes [Θεαματικά Εγκλήματα με Υπολογιστές], ο Μπακ Μπλουμπέκερ
έγραψε ότι "με θλίβει που αναγκάζομαι να γράψω για τους πρώην
συναδέλφους μου με όρους όχι κολακευτικούς... Με προβληματίζει η
παραδοχή του βοηθού ομοσπονδιακού εισαγγελέα των ΗΠΑ ότι τα πιο πολλά
επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν για να μείνει ο Μίτνικ πίσω από τα
σίδερα της φυλακής βασίσθηκαν σε φήμες οι οποίες δεν ευσταθούν".
Συνεχίζει λέγοντας, "ήταν ήδη αρκετά άσχημο το ότι οι κατηγορίες που
απήγγειλαν οι εισαγγελείς διαδόθηκαν σε εκατομμύρια αναγνωστών
εφημερίδων σε όλη τη χώρα. Αλλά μήπως είναι ακόμη χειρότερο το ότι αυτές
οι αναληθείς κατηγορίες ήταν κατά μεγάλο μέρος η βάση του εγκλεισμού
δίχως δίκη που επιβλήθηκε στον Μίτνικ, χωρίς την δυνατότητα από μέρους
του να αιτηθεί αποφυλακίσεως με εγγύηση;".

Συνεχίζει επί μακρόν, γράφοντας για τα ηθικά πρότυπα με τα οποία οι
κατήγοροι θα έπρεπε να ζουν, και κατόπιν γράφει, "η υπόθεση του Μίτνικ
καταδεικνύει ότι οι ψευδείς κατηγορίες που χρησιμοποιήθηκαν για να
μείνει υπό κράτηση προκατέλαβαν επίσης και την κρίση του δικαστηρίου
όσον αφορά μια δίκαιη ποινή".

Σε ένα άρθρο του το 1999 στο Forbes, ο Ανταμ Λ. Πένενμπεργκ περιέγραψε
την κατάστασή μου με τον εξής τρόπο: "τα εγκλήματα του Μίτνικ είναι
περιέργως αβλαβή. Εισέβαλε σε εταιρικούς υπολογιστές, αλλά δεν υπάρχουν
στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι κατέστρεψε δεδομένα. Ή ότι πούλησε
ο,τιδήποτε από αυτά που αντέγραψε. Ναι, έκλεψε λογισμικό, αλλά κάνοντάς
το, το άφησε άθικτο".

Το άρθρο ανέφερε πως το έγκλημά μου ήταν ότι "έχωσα τη μύτη μου στα
ακριβά συστήματα ασφάλειας υπολογιστών που διέθεταν μεγάλες
επιχειρήσεις". Και στο βιβλίο The Fugitive Game [Το Παιγνίδι του Φυγά],
ο συγγραφέας Τζόναθαν Λίτμαν σημείωσε ότι "την απληστία η κυβέρνηση θα
μπορούσε να την καταλάβει. Αλλά έναν hacker που αντιστεκόταν στην
εξουσία μόνο και μόνο επειδή έτσι ήθελε... αυτό ήταν κάτι που δεν
μπορούσαν να το κατανοήσουν". Σε άλλο σημείο του ίδιου βιβλίου, ο Λίτμαν
έγραψε: ο Ομοσπονδιακός Εισαγγελέας Τζέιμς Σάντερς παραδέχθηκε στον
Δικαστή Φέλτζερ ότι η ζημιά που έκανε ο Μίτνικ στην DEC δεν ήταν τα 4
εκατομμύρια δολάρια που είχαν κάνει πρωτοσέλιδα, αλλά 160.000 δολάρια.
Και ακόμα κι αυτό το ποσό δεν ήταν ζημίες που είχε προκαλέσει ο Μίτνικ,
αλλά το γενικό κόστος του εντοπισμού της αδυναμίας ασφαλείας που οι
εισβολές του είχαν φέρει στο κέντρο της προσοχής της DEC.

Η κυβέρνηση αναγνώρισε ότι δεν είχε αποδείξεις για τους απίθανους
ισχυρισμούς που βοήθησαν να μείνει φυλακισμένος ο Μίτνικ χωρίς
δυνατότητα αποφυλάκισης με εγγύηση και σε απομόνωση. Καμμία απόδειξη ότι
ο Μίτνικ παραβίασε ποτέ την ασφάλεια της NSA. Καμμία απόδειξη ότι ο
Μίτνικ εξέδωσε πλαστή ανακοίνωση τύπου της τράπεζας Security Pacific.
Καμμία απόδειξη ότι ο Μίτνικ άλλαξε ποτέ την πιστωτική αναφορά TRW ενός
δικαστή. Αλλά ο δικαστής, πιθανότατα επηρρεασμένος από την τρομολαγνική
κάλυψη των ΜΜΕ, απέρριψε την συμφωνία βάσει ομολογίας και καταδίκασε τον
Μίτνικ σε ποινή μεγαλύτερη ακόμα κι από εκείνη που ήθελε η κυβέρνηση.

Στην διάρκεια των χρόνων που ξόδεψα ως hacker, απέκτησα μια φήμη που δεν
ήθελα, αναφέρθηκα σε αναρίθμητα ρεπορτάζ και άρθρα περιοδικών, και
γράφτηκαν για μένα τέσσερα βιβλία. Το βιβλίο-λίβελος των Μάρκοφ και
Σιμομούρα έγινε ταινία, με όνομα Takedown. Όταν το σενάριο κατέληξε στο
Διαδίκτυο, πολλοί από τους υποστηρικτές μου έκαναν πικετοφορία στην
Miramax Films για να διαμαρτυρηθούν για τον ανακριβή και εσφαλμένο τρόπο
που χαρακτηριζόμουν στην ταινία. Δίχως την βοήθεια πολλών ευγενικών και
γενναιόδωρων ανθρώπων, η ταινία σίγουρα θα με παρουσίαζε άδικα περίπου
σαν τον Χάνιμπαλ Λέκτερ του κυβερνοχώρου. Υπό την πίεση αυτών που με
υποστήριζαν, η εταιρία παραγωγής συμφώνησε να ρυθμίσει την υπόθεση με
εμπιστευτικούς όρους για να αποφύγει το να αναλάβω νομική δράση για
δυσφήμιση εναντίον τους.

Τελευταίες σκέψεις Παρά τις εξοργιστικές και συκοφαντικές περιγραφές
του Τζον Μάρκοφ για μένα, τα εγκλήματά μου είναι απλά εγκλήματα
παραβίασης της ασφάλειας υπολογιστών και πραγματοποίησης δωρεάν
τηλεφωνικών κλήσεων. Παραδέχθηκα μετά την σύλληψή μου ότι οι πράξεις που
έκανα ήταν παράνομες, και ότι είχα παραβιάσει την ιδιωτικότητα άλλων.

Αλλά το να υποστηρίζει κανείς χωρίς καμμία δικαιολογία, λογική ή
απόδειξη, όπως έκανε ο Μάρκοφ με τα άρθρα του, ότι αφαίρεσα από άλλους
χρήματα ή ιδιοκτησιακά στοιχεία μέσω υπολογιστή, είναι απλούστατα
αναληθές κι ανυπόστατο. Οι κακές μου πράξεις είχαν ως κίνητρο της
περιέργεια: Ήθελα να ξέρω όσο πιο πολλά μπορούσα για το πώς τα δίκτυα
λειτουργούν, τα μέσα και τα έξω της ασφάλειας υπολογιστών. Εφθασα να
γίνω από ένα παιδί που λάτρευε να κάνει μαγικά κόλπα ο πιο διαβόητος
hacker, που έτρεμαν οι επιχειρήσεις και η κυβέρνηση.

Καθώς κοιτώ πίσω στην ζωή μου, τα τελευταία τριάντα χρόνια, ομολογώ ότι
πήρα μερικές πολύ άσχημες αποφάσεις, οδηγούμενος από την περιέργειά μου,
την επιθυμία να μάθω την τεχνολογία, και την αναζήτηση μιας διανοητικής
πρόκλησης. Έχω αλλάξει πλέον. Στρέφω τα ταλέντα μου και την γνώση που
συγκέντρωσα για την ασφάλεια πληροφορικών συστημάτων και τις τακτικές
κοινωνικής μηχανικής στο να βοηθήσω την κυβέρνηση, τις επιχειρήσεις και
άτομα να αποτρέψουν, να εντοπίσουν και να ανταποκριθούν σε απειλές προς
την ασφάλεια υπολογιστικών συστημάτων. Αυτό το βιβλίο είναι ένας ακόμη
τρόπος να καταθέσω την εμπειρία μου για να βοηθήσω άλλους να γλυτώσουν
από τους κλέφτες των πληροφοριών σ'όλο τον κόσμο.

--Kevin Mitnick

ΑΠΟΔΟΣΗ:
Μπάμπης Γεωργίκος
choke(@)internet.gr

Το κείμενο αυτό, με τίτλο Η Ιστορία του Κέβιν, επρόκειτο να αποτελέσει
το Πρώτο Κεφάλαιο του βιβλίου των Κέβιν Μίτνικ και Ουΐλιαμ Σάιμον The
Art of Deception: Controlling The Human Element of Security (John Wiley
& Sons, ΗΠΑ, Οκτώβριος 2002). Ωστόσο, οι εκδότες εξέφρασαν αντιρρήσεις
για τα αιχμηρά του σχόλια και τελικά δεν συμπεριελήφθη στην τελική έκδοση.

--
Η Έβελυν (Jokes-Robot(@)ceid.upatras.gr) γράφει :
θα τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα... να γεμίσει ο κόσμος σοφία...
________________________________________________________________________
          Joke of the Day ... Ελληνική Λίστα Ανεκδότων
             https://anekdota.duckdns.org
        ___ Η JotD βγαίνει σε Ελληνικά και Greeklish ___
________________________________________________________________________

Γραφτείτε και εσείς στην Ελληνική Λίστα ανεκδότων (JotD) και στείλτε τα ανέκδοτά σας!!!

Επιστροφή στον κεντρικό κατάλογο αυτού του αρχείου