JotD / QotD Ελληνική Λίστα Ανεκδότων (JotD)


Θέμα: Ο Παντελής ... πατέρας;



(nil): Nikos Tsekhs (ntsek(@)freemail.gr)
Ημερομηνία: Σαβ 25 Σεπ 2004 - 15:13:16 EEST

Αμφιβολία δεν χωρά
πως γίνανε όλα ξαφνικά,
Παρ' όλο που όποιος βιάζεται σκοντάφτει.
Τον είδε και ταράχτηκε,
η σιωπή της χάθηκε
Και στα κρυφά, ξεδίπλωσε έναν χάρτη.

Της λέει: Μου στήνεις μηχανή,
Η μήπως είσαι αμήχανη
Και ψάχνεις τρόπο για να με προφτάσεις;
Του λέει: Δεν είναι δυνατόν.
Συγνώμη και με το παρντόν,
Αλλά κουράστηκα από τις αποστάσεις .

Αλλωστε μάθε πως εγώ,
Τις αποστάσεις τις μισώ
Και θα θελα απ την αρχή ν αρχίσω.
Τότε της λέει τι ρωτάς;
Και από μένα τι ζητάς;
Δεν πρόκειται να σε εξυπηρετήσω.

Την κοίταξε και γέλασε,
Αμέσως την προσπέρασε
Και έδειξε πως ήθελε να φύγει.
Εκείνη δεν το δέχτηκε,
Φαίνεται πως το σκέφτηκε
Και φώναξε: Αυτή η ζωή με πνίγει.

Έσκυψε και τη φίλησε.
Στην αγκαλιά της κύλησε,
Σαν να τανε μια μπάλα του μπιλιάρδου.
Μαζί στροβιλιστήκανε,
Στον έρωτα δοθήκανε,
Δραπέτες απ τη θάλασσα του άδειου.

Καθόλου δεν τους ένοιαζε
Το σκηνικό που έμοιαζε
Λες κι ήτανε ταινία του Fellini.
Ήταν βαρύς ο ουρανός,
Συννεφιασμένος βροχερός
Κι είχε αρχίσει από καιρό να τους τη δίνει.

Της διάβασε τα ποιήματα
Που μίλαγαν για θύματα
Ενός Τζιχάντ , φανταστικού πολέμου.
Τον άκουγε αδιάφορα,
Μιλούσε για διάφορα,
Δεν άντεξε και είπε: Ω Θεέ μου ..

Ποτέ δεν το περίμενα
Μέσα από αυτά τα κείμενα
Να φτιάξεις μία τέτοια ιστορία.
Της είπε πως το μυστικό,
Είναι ν ακούς το ιστορικό,
Ενώ συγχρόνως να μη δίνεις σημασία.

Αμέσως το άλλο πρωινό,
Έτρεξε να προμηθευτεί
Διάφορα από το super market.
Κι εκείνη θέλοντας πολύ
Ν ακούσει λίγη μουσική,
Προτίμησε την Jazz του Bobby Hackett.

Με το walkman στο αυτί,
Έβλεπε τηλεόραση,
Ενώ ταυτόχρονα σιδέρωνε τα ρούχα.
Την κοίταξε κι απόρησε.
Στο σύνθημα προχώρησε
Και άρπαξε εκείνο το όπλο που χε.

Του λέει: "Το όπλο τι το θες;
Αφού εμείς οι δύο χθες
Περάσαμε πάρα πολύ ωραία.
Μ αυτή όμως την περίπτωση,
Μου δίνεις την εντύπωση
Ότι εδώ θα γίνουμε Κορέα.

"Μαζί μου θα είχες ότι θες.
- της είπε και ας πρόσεχες.
Ας φρόντιζες να μη με εκνευρίσεις.
Εγώ δεν είμαι της αρχής
Και θα πρεπε πολύ νωρίς
Αυτό να το συνειδητοποιήσεις

Μάθε πως δεν ανέχομαι
Τα βίτσια σου να δέχομαι
Και ήρθε η ώρα να ασκήσω βέτο.
Στο ξαναλέω δυο και τρεις.
Εγώ δεν είμαι της αρχής.
Του τέλους είμαι εγώ. Κατάλαβέ το."

Έπεσε στα γόνατα
Και δυο χιλιάδες χρώματα
Ξεπήδησαν από τα δάκρυά της.
Μέσα από τα αναφιλητά,
Που ακουγότανε πνιχτά,
Ζητούσε επειγόντως τη μαμά της.

"Εδώ δεν θέλω πεθερά.
- της είπε και όρθια προσπάθησε
στα πόδια της ξανά να τη σηκώσει.
Ενώ όμως προσποιότανε,
Κρυφά κρυφά σκεφτότανε
Να βρεί τον τρόπο να την εξοντώσει.

Η Γκόλφω άλλαξε βιολί.
Περιποιότανε πολύ
Τον σκύλο, αλλά και την καρδερίνα.
Κι ο Παντελής για να συγκεντρωθεί,
Της είπε πως θα αποσυρθεί
Σ ένα προάστιο έξω από την Αθήνα.

Κοντά της ξαναγύρισε,
Τα δυο της χείλη φίλησε,
Της είπε: Δεν μπορώ χωρίς εσένα.
Τον κοίταξε προσεκτικά
Και έπειτα ειρωνικά
Του είπε: Εσύ, δεν μοιάζεις με κανένα.

Λιγάκι ανησύχησε.
Σκέφτηκε πως ατύχησε
Να αρχίσει πάλι μία τέτοια ιστορία.
Συνήλθε όμως γρήγορα
Και ένοιωσε παρήγορα..
Στην αγκαλιά του, είχε μια κυρία.

Ξέρεις του λέει μαγείρευα,
τα μακαρόνια γύρευα
κι έχω ξεχάσει ανοιχτό το μάτι.
Forget it είπε ευγενικά
και προσπαθούσε απαλά,
να την ξαπλώσει πάνω στο κρεβάτι.

Του λέει: Δεν είμαι απ αυτές
Που ήξερες τις διαμπερές
Γυναίκες με του λιμανιού την κάστα.
Εγώ είμαι κόμισσα σωστή
Στην κοινωνία ξακουστή.
Γι αυτό σου λέω: Αυτά που ξέρεις άστα.

Μα αν είσαι τότε κόμισσα
- Αμέσως εξεστόμισε -
Για μένα είναι μία ευκαιρία.
Να ταξιδέψουμε μαζί,
Στου έρωτα τη μηχανή,
Για να γραφτώ κι εγώ στην ιστορία.

Αλήθεια αντιπρότεινε
το μάτι της μισόκλεινε,
Η σκούφια σου λοιπόν κατά που πέφτει;
Στην ιστορία για να γραφτείς
Πρέπει καλά να το σκεφτείς.
Και ξαφνικά, έριξε τον καθρέφτη.

Σκέφτηκε τον Αλάριχο
Και είπε, είναι άδικο
Η σκούφια μου απ αυτόνε να κρατάει.
Ακόμα, σκέφτηκε πολύ
στην δύση, στην ανατολή,
Για να βρει κάποιονε που να του πάει.

Για κοίτα φίλε μου να δεις
Το πρόβλημα ν αντιληφθείς,
Τι έπαθε που μια γυναίκα θέλει.
Στην ιστορία για να γραφτεί,
Την σκούφια του να αναζητεί,
Ο Παντελής που μια ζωή, ήξερε να παλεύει.

Της λέει: Δεν ξαπλώνουμε;
Τι κρίμα να μαλώνουμε.
Αργότερα, μιλάμε για καπέλα.
Εκείνη χαμογέλασε,
Την σκούφια της την πέταξε
Και λίγο πονηρά, του είπε: Έλα.

Ένοιωσε για να' ναι ειλικρινής
Σαν ένα πλοίο της γραμμής,
Που είχε δρομολόγιο να κάνει.
Σαν θαλασσόλυκος σωστός,
Πέρασε όλα τα μποφόρ
Και έδεσε σε λίγο στο λιμάνι.

Ξεφόρτωσε. - Του είπε απλά. -
Σαν τα οχηματαγωγά,
Δώσε μου το περιεχόμενό σου.
Πάρ το. - Της είπε τρυφερά. -
Τις μηχανές, τα φορτηγά,
Το πούλμαν και το αυτοκίνητό σου.

Τσιγάρο ανάψανε μαζί,
Πήρανε μια αναπνοή
Και ξεκινήσανε ξανά, γι άλλο ταξίδι.
Και καθώς ήταν.ανιών,
Της είπε: Είμαι Κρο Μανιόν.
Κι εκείνη: Ας φυλαχτούμε από το Φίδι.

Του πρόσφερε το μήλο της
Και της συκής το φύλλο της,
Που ήταν κάτω από τον αφαλό της,
Το βαλε δίπλα στο κομό
Και άφησε έναν στεναγμό,
Καθώς εισήλθε στον παράδεισό της.

Με χιούμορ παρατήρησε
Πως το ταξίδι κύλησε
Και αφορμή γι αυτό, ήταν ο χάρτης.
Κι ο Παντελής σκεφτόταν σιωπηλός,
Τον ποιητή που σοβαρός
Είπε ότι του μοιάζει ο Βοναπάρτης.

Του λέει: Για μίλα μου γι αυτόν
Τον διάσημο Κορσικανό.
Πες μου. Μην είσαι απόγονός του;
Της είπε: Ναι. Σηκώθηκε,
Στο μπάνιο μέσα χώθηκε
Και φώναξε: Είμ .....εννιασέγγονός του.

Τα γένεια του τα ξύρισε
Και στο κρεβάτι γύρισε,
Σαν δεύτερος Ερμής του Πραξιτέλη.
Η Josephine ήταν εκεί,
Σαν Αφροδίτη ελκυστική
Και έμοιαζε να κοιμηθεί πως θέλει.

Μα πριν στον ύπνο βυθυστεί
Και σε πελάγη ευτυχίας εθιστεί
Τα λόγια της τα πήρε ο αέρας
Πως ήταν ώρα πια του Παντελή
Κι ήταν χαρούμενη πολύ
Που θα γινότανε πατέρας
                                                        
Μόνος του λοιπόν βρέθηκε
Και κάθισε και σκέφτηκε
Που οδηγεί αυτή η ιστορία.
Περπάτησε στην εξοχή,
Να ανακαλύψει την πτυχή,
Που θα του φώτιζε τα σκοτεινά σημεία.

Σ ένα μπαράκι στάθηκε
Κι έβγαλε από τον νάρθηκα
Τον μέθυσο τον εαυτό που κρύβει.
Ο μπάρμαν ήτανε μουγκός
Κι εκείνος ένοιωθε τυφλός,
Δεν ήξερε. Να μείνει ή να φύγει;

Σαν κινηματογραφική
Ταινία, είδε στο πανί
Σκηνές και πλάνα απ όλη τη ζωή του.
Σαν μέλισσα εδώ κι εκεί,
Γυρνούσε και χωρίς ντροπή,
Πλούτιζε συνεχώς την συλλογή του.

Και τώρα, είναι ακριβώς
Σαν μεθυσμένος ναυτικός,
Που μπέρδεψε την πλώρη με την πρύμνη.
Η Γκόλφω ήτανε πλέον εκεί
Και έπρεπε να παραδεχτεί,
πως του ανεβάζει την αδρεναλίνη.

Νοιώθει σαν το μικρό παιδί,
Που ξεκινάει απ την αρχή,
Μαθαίνοντας να γράφει και να σβήνει.
Σκληρή η αλήθεια δυστυχώς.
Κατάντησε διαβητικός
Κι η Γκόλφω, είναι η ινσουλίνη.

Ο Παντελής, δεν είναι της
Βοστώνης ο Στραγγαλιστής.
Δεν είναι ούτε ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης.
Στην περιπέτεια αυτή,
Τον έμπλεξε από την αρχή,
Εκείνος ο ηλίθιος ο χάρτης.

Είναι συλλέκτης γυναικών
Και μέχρι και κουτιά ταμπόν
Έχει, για να προσφέρει στις κυρίες.
Για δε του λόγου το αληθές
Έγχρωμες έχει ερωτικές,
Μα και πολλές ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Τα βράδια γύριζε αργά
Κι όλο θυμόταν τα παλιά,
Ώσπου ήρθε η Γκόλφω σωστός κομήτης.
Δεν του περνούσε απ το μυαλό,
Πως θα γινότανε αυτό!!!
Ένα κομμάτι για τη συλλογή της.

Ευθέως παραδέχθηκε
Το γεγονός, το δέχθηκε.
Κοντά της αποφάσισε να μείνει.
Γιος είπε μάλλον πως θα βγει
Κι αμφιβολία δε χωρεί
Του ήταν δύσκολο πατέρα πως θα γίνει

Στο σπίτι πίσω γύρισε
Και τρυφερά ψιθύρισε:
Με κέρδισες Μωρό μου. Στα σημεία.
καλώς να ‘ρθει το παλικάρι
το ξέρω απ'τον πατέρα πως θα πάρει
Αν είναι κόρη όμως θα σε φάω στη γωνία!

--
Η Έβελυν (Jokes-Robot(@)ceid.upatras.gr) γράφει :
Ο Αντισθένης ήταν Αθηναίος φιλόσοφος, θαυμαστής του Σωκράτη και
ιδρυτής της κυνικής σχολής.
		trivial cookies
________________________________________________________________________
          Joke of the Day ... Ελληνική Λίστα Ανεκδότων
             https://anekdota.duckdns.org
        ___ Η JotD βγαίνει σε Ελληνικά και Greeklish ___
________________________________________________________________________

Γραφτείτε και εσείς στην Ελληνική Λίστα ανεκδότων (JotD) και στείλτε τα ανέκδοτά σας!!!

Επιστροφή στον κεντρικό κατάλογο αυτού του αρχείου