JotD / QotD Ελληνική Λίστα Ανεκδότων (JotD)


Θέμα: Οδύσσεια (ραψωδίες ά-ή απο www.stixoi.info)



(nil): Νυχτολούλουδο (nixtolouloudo(@)gmail.com)
Ημερομηνία: Σαβ 16 Ιούλ 2005 - 20:00:48 EEST

τότε τον κόσμο έσκιαζε βαριά μητριαρχία
κι έτσι τους άντρες έστειλαν να παν να πολεμήσουν

αυτές είχαν προβλήματα πιο σοβαρά να λύσουν
και να εντρυφήσουν ξέγνοιαστες στην κουμκανομαχία

πίσω μονάχα μείνανε κάτι πιτσιρικάδες
που δε μπορούσαν το σπαθί να ζώσουν στα λαγόνια

μα έλα που περάσανε πάνω από δέκα χρόνια
κι ήρθαν οι σπόροι κι έγιναν μουσάτοι παιδαράδες

οι πιο πολλοί βολεύονταν στο αναμεταξύ τους
άκρως πολιτικώς ορθό στους χρόνους του Ομήρου

οι πόρνες κάναν προσφορές λόγω πεσμένου τζίρου
και μέτραγαν τα ένσημα μέχρι τη σύνταξή τους

έτσι κυλούσε η ζωή μέχρι που μιαν ημέρα
ακούσανε στο CNN πως έπεσε η Τροία

και νάτους ,καταφτάνουνε,ο ένας μετά τον άλλο
άπλυτοι ,αξύριστοι και ταλαιπωρημένοι

-καλως τονα ,μα μην πατάς,σφουγγάρισα η καημένη
βγάλτα στο διάδρομο, θερμοσίφωνα να βάλω

ενός ανδρός εξαίσιου ,του έφτασε μαντάτο
-να εύχεσαι στον πηγαιμό να' ναι μακρύς ο δρόμος,

αν καπετάνιος είσαι εδώ εκεί θα΄σαι λοστρόμος
κι αν θέλεις υπογράφουμε αμέσως το κοντράτο

δεν ξέρω πόσα του'δωσαν, ούτε κανείς το ξέρει,
λένε οχτακόσια τάλαντα για κάθε ραψωδία

μα εμένα ξέρεις τα λεφτά μου φέρνουν αηδία
με νοιάζει ο πόνος μοναχά αυτού που υποφέρει

αργούσαν στα γυρίσματα ,ψείρας ο σκηνοθέτης,
η Πηνελόπη καρτερεί ,τα πήρε εις την κράνα

πιστεύει πως τον τύλιξε καμμιά παλιοπουτάνα
αχ,αυτή να δεις αν ήθελε να κάνει το εφφέ της...

το αποφάσισε λοιπόν,φωνάζει τους μουσάτους,
ανοίγει και το μπούστο της να πάθουν λίγο πλάκα,

αυτοί,κανείς δε γούσταρε,κάνουνε το μαλάκα
βλέπεις τους ψιλοθύμιζε λιγάκι τη μαμά τους

μια μέρα φτάνει ξαφνικά ,επιταγή απ'τα ξένα
χρυσά χιλιάδες,μετοχές,ομόλογα και ρέπος

όπως προείπαμε αδερφοί,απέδιδε το έπος,
οι μάγκες της την πέφτουνε με μάτια λιγωμένα

άνδρα μοι έννεπεν ,λοιπόν, πολύτροπον,ω μούσα
που καραβοτσακίστηκε για της κυράς τα λούσα

και γύρισε και μύρισε τα χνώτα των ανθρώπων
έχοντας,ως παλιός αριστερός,την έγνοια των συντρόφων

αυτοί στο δρόμο χάθηκαν απ'την πολλή τη μάσα
βόδια τα βόδια έφαγαν, τους κόπηκε η ανάσα

ω ,πες τα μου αναλυτικά θεά του Δία κόρη
γι'αυτόν που δεν επρόλαβε για Θιάκι το βαπόρι

κι αφού τον περιμάζεψε η Καλυψώ η λυσσάρα
τα βράδια το "σ'ακολουθώ" του 'παιζε στην κιθάρα

αγαπημένος ήτανε της Αθηνάς Παλλάδας
τον Δία αυτή ικέτεψε για χάρη της Ελλάδας

-στον Ποσειδώνα πες εσύ ,φανταστικέ πατέρα,
ν'αφήσει τον κακόμοιρο να δει μιαν άσπρη μέρα

-η πράξη αυτή του Αίγισθου μου φέρνει αηδία
-αυτό είναι,του Κρόνου γιέ,από άλλη τραγωδία

βλέπεις το Αλτσχάιμερ δεν κάνει διακρίσεις
του άρχοντα των νεφελών εθόλωνε τις κρίσεις

η Αθηνά η μόρτισσα με τη ματιά τη γλαύκα,
λέει: πάει τον χάνουμε,δεν πήρε και το ΛΑΦΚΑ..

αποφασίζει μόνη της ,ακόντιο αγοράζει
κάνει μια μίνι πλαστική του Μέντορα να μοιάζει

δίνει μια ουράνια δρασκελιά και φτάνει επιτόπου
βλέπει πως ξεκοκάλιζαν όλο το βιός του ανθρώπου

παίρνει τον γιο Τηλέμαχο και τον ξεμοναχιάζει
-τι κάνεις ρε μαμούχαλε,καθόλου δε σε νοιάζει;

-άστα ρε φίλε ,μπέρδεμα,με έχει ευνουχίσει
το κόμπλεξ του πατέρα που θα 'ρθεί να καθαρίσει

έχω συμπτώματα ,είπανε,όψιμης εφηβείας
αλλά και είμαι γενικά πολύ κατά της βίας

-φίλε άκου αυτή τη συμβουλή,τα πράγματα είναι σκούρα
το καθισιό σε έφαγε και η πολλή μαστούρα

πάρε το τζιπ και πήγαινε στην Πύλο και στη Σπάρτη
Νέστορας και Μενέλαος το ξέρουνε αν θα'ρθει

εκειός ο κοντοπούτανος ,αλί του,ο γονιός σου
να καθαρίσει μια σταλιά και σένα το μυαλό σου

του φέρνει για παράδειγμα να έχει τον Ορέστη
-κάτι ο ξεκούτης ήξερε-και θέριεψε το χέστη

-ακούτε εδώ,ξεδιάντροποι της μάνας μου μνηστήρες
να κλείσουνε παρακαλώ όλοι οι ανεμιστήρες

πολυέλαιοι,αιρκοντίσιον,καταψύκτες και κουζίνα
γιατί με έσκισε η ΔΕΗ τον περασμένο μήνα

να πάτε αλλού ν'αράξετε να πίνετε στο τσάμπα
και άλλης οικοδέσποινας να ορέγεστε τη γάμπα

-αχ,άκου τον αντρούτσο μου ,η Πηνελόπη κραίνει
άκου πως η φωνούλα του άρχισε να χοντραίνει

άκου τον το ντελικανή ωραία που τους τα χώνει
μάστερ πολιτικών επιστημών λες κι έχει απ'τη Βοστώνη

αφού τον θαύμασε λοιπόν του Ικάριου η κόρη
ονειρεύτηκε πρωθυπουργό το άξιο τ'αγόρι

σε όλους κάνει δήλωση πως ως γυναίκα κλείνει
να πάψουν να'ρχονται τρεις τρεις στη νυφική της κλίνη

με όλη τη σεμνότητα θα ζει μίας παρθένας
και,όπως λέει κι ο άντρας της,θα την πηδά ο "Κανένας"

οι Ευρύμαχος και Αντίνοος που άκουγαν για ώρα
σκέφτονται: πάει το πλακωτό, φεύγα μας παίζει τώρα..

η δούλα η Ευρύκλεια ,η άξια παραμάνα
χτυπάει σιωπητήριο στου κήπου την καμπάνα

-αντέστε όλοι σπίτια σας να κοιμηθούμε λίγο,
από τις πέντε το πρωί τα μάτια μου που ανοίγω

επέθανα στα πόδια μου λες κι είμαι Αλβανίδα
φέρε φαί, φέρε κρασί ,τσιγάρα,εφημερίδα

βαρέθηκα τα πάθη σας και τις παραξενιές σας
γαμώ τις αξιοσέβαστες αρχοντικές γενιές σας

πάμε Τηλεμαχούκο μου την πλάτη να μου τρίψεις
έχεις ταξίδι αύριο ,να προσέχεις,θα μου λείψεις.

             τέλος α΄ ραψωδίας

Η αυγή που γλυκοχάραξε τον βρήκε στο ποδάρι
λες και θα πήγαινε ξανά ,εκδρομή με το σχολείο

Πλύθηκε,δεν ξυρίστηκε ,τα άφησε για γούρι,
τους μεζ βοστρύχους έφτιαξε μια αλογοουρίτσα
και πήγε κι έκανε αυτό που ήξερε να κάνει

-Μαμά,λεφτά..
-Πάλι; Εχτές δεν σου'δωσα ενάμισι καπίκι;

-Άκουσε,από σήμερα τέρμα το χαρτζιλίκι,
φίλος καλός μ'ορμήνεψε πως να φερθώ σαν άντρας,
πως να τιμήσω του γονιού την παρακαταθήκη

θα πάω να μάθω από πηγές τα νέα του Δυσσέα
όμως κοστίζουνε πολύ του ταξιδιού τα σέα,
καθείς στα πρώτα βήματα θέλει και τη μαγιά του

-Δεν έχω..

-Και όλα τούτα τα χρυσά στου πύργου τα κατώγια;

-Φο ,μουσαντένια ,ψεύτικα όλα αυτά που είδες,
τ'αληθινά γι'ασφάλεια τα έχω σε θυρίδες

-Τι ξύπνια μάνα έκανα,σύρε ωρή και βγάλε

-Αυτιά δε βλέπεις γιόκα μου,δε βλέπεις Παπαδάκη;
τα κατεβάσαν τα ρολά οι θησαυροφυλάκοι,
δυο εβδομάδες κλείνουνε που έχουν απεργία
από το Καστελόριζο μέχρι την Ωγυγία

Εκίνησε αυτός ευθύς στους προύχοντες να πάει
τους Αχαιούς, που χρώσταγαν στην οικογένεια του

Μισοί τον καλοδέχτηκαν, μισοί λοξοκοιτάζουν,
γεροί σοφοί ομοτράπεζοι αντιπαθών μνηστήρων,
όλοι τους με πανάκριβα και σοβαρά κουστούμια

πρώτος μιλάει ο Αιγύπτιος του Άντιφου ο πατέρας
που όπως θα δούμε προσεχώς τον χάλασε ο Κύκλωψ

-ας μην κακοκαρδίσουμε, λέω, το παλικάρι
ένα εορτοδάνειο ,στην τελική, ας πάρει

-Δάνειο;Από εσάς που ο πατέρας μου σας έκανε ανθρώπους;

o Αντίνοος ο μάνατζερ σηκώθηκε και είπε

-Πάψε άμυαλε λογά ,τι θες να τα σκαλίσεις;
λεπτομέρειες αν θα σου πω,μπορεί και να λαλήσεις,
ορίστε,δάνεια,πιστωτικές,χρεόγραφα,υποθήκες,
στα χρέη μέσα είσαστε ως το λαιμό πνιγμένοι,
μια υπογραφή, και θα'μαστε όλοι ευχαριστημένοι,
της σεβαστής μανούλας σου,
που την ξηλώνει αποβραδίς,τη μέρα την υφαίνει

-Ώστε λοιπόν εκβιασμός.Πλεκτάνη μα την Ήρα.
Οι περγαμηνές είναι πλαστές και θα το αποδείξω

Ο Ευρύμαχος ο μισητός ,του έτριξε τα δόντια

-Μαλακισμένο βούλωστο,κι άντε να παίξεις μπάλα
αλλιώς θα πάτε φυλακή,εσύ, κι η μάνα σου η κουφάλα

Σφίγγει την άμαθη γροθιά,τον άρχισαν στις φάπες
δυό φουσκωτοί που έμοιαζαν με τρίφυλλες ντουλάπες

ένοιωσε τότε τι θα πει να πολεμάς τον Τρώα
σώμα-που λέει και μιά ψυχή- ξένο μες στα μητρώα

μυρμήγκι ευκολοπάτητο,σκουλήκι τιποτένιο
να στέκεται ολόγυμνος σ'αλώνι μαρμαρένιο

Σκέψη,βαριά κληρονομιά,και Θάρρος οι αρωγοί του,
του τάξανε ε κ δ ί κ η σ η και λάγιασε η οργή του

στο σπίτι όταν γύρισε ,έκλεισε τα αυτιά του

-μεριάστε και εφάνηκε ο μοβόρος στον οντά
ο παις ο λεοντόκαρδος που θα μας κάνει ντα!

-ο Τηλέμαχος το ζω,
το ζω, το ζω, το ζω,
το ζω, το ζω, το ζω,
το ζώσθη το σπαθί!

Η βάγια του τον σίμωσε
-μην πας,θα σε σκοτώσουν
-καλήν αντάμωση γριά ,αν και χλωμό το βλέπω
να φύγω απ'το πατρικό,για δεν υπάρχει σάλιο

όταν τον βρήκε η θεά με τη μορφή του Μέντη
την ανημπόρια του έπνιγε σε Τυρναβίσιο αψέντι

στο καφενείο του λιμανιού με τους καταραμένους
τα πλοία ,στου κομπολογιού
τις χάντρες, να μετράνε

-ας κάνουμε επίκληση και θα βρεθεί μιά λύση
πάρε την κάρτα τούτη δω ,τα έχω κανονίσει

αφού εκάνανε σπονδή ,ευχαριστημένος μάλλον
μίλησε ο ίδιος ο Θεός μέσω υγρών κρυστάλλων

-ΔΙΑΣ (απίστευτο!!!) διατραπεζικός.Καλή σας μέρα.Γλώσσα?
-Ελληνικά
-Ανάληψη?
-Πόσα έχει μέσα? Τόσα!

Αφού τα παντελόνιασε ,του εγέλασε τ'αχείλι
καβάλησε το Μάβερικ και πήγε το για σέρβις

Εφτά και είκοσι ακριβώς που'κλεισε η μπουκαπόρτα
ξεκίνησε το φέρρι-μποτ για τις ακτές της Πύλου

κι ολονυχτίς και την αυγή αφροπατούσε εκείνο

               
              τέλος β΄ ραψωδίας

στης Πύλου τις ακρογιαλιές
αντιλαλούν διπλοπενιές

δώδεκα ολογάλαζες κερδίσανε σημαίες
και στήσαν εκατοβοδιά τρανή στον Ποσειδώνα

Εκεί δάφνες και βάγια, θυμιατό και λιβάνισμα
τα σουβλάκια ευλογώντας και τα μοσχομυριστά λουκάνικα

Στο χώμα το στρωμένο με τ' αμπελομάντιλα,
κνίσες, τσουγκρίσματα και Χριστός Ανέστη

με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων ξενοδόχων,
που θα 'λεγε κι ο ποιητής

Το πλοίο όταν άραξε στη μαλακή την άμμο
Τηλέμαχος και Μέντορας προβλήματα δεν είχαν

το 4 x 4 δεν έπαιρνε χαμπάρι
τους έβγαλε στο ξέφωτο δίπλα από το κάμπινγκ

το τι χαμός γινότανε ,τρενάκι,μπαλαρίνα
πάγκοι με φτηνά σιντί,πολύχρωμα λαμπιόνια

σφαχτά,μπυρόνια,είχανε μέχρι χαλβά Φαρσάλων
και ,κρατηθείτε,στη σκηνή τον Κώστα Καραφώτη

ρωτήσανε,εμάθανε,σιμώνουν στο τραπέζι
-το γιό του Νηλέα ψάχνουμε,τον αλογοδαμάστη

-εγώ ειμ'αυτός ,που τότε προπολεμικά
είχα με τα αλόγατα μεγάλο πάρε-δώσε

μα ο Ερμής βοήθησε ,μεγάλο τ'όνομα του,
και έτσι τα κατάφερα λιγάκι να προκόψω

είκοσι τριαξονικά στην κατοχή μου τώρα
"μεταφοραί ο Νέστορας" αν έχετε ακούσει

κοπιάστε,πιείτε, φάγετε,χωρίς ντροπή ρε μόρτες
κερνάω και συγκρουόμενα να κάνετε δυο βόλτες

Καθίσαν ήπιαν φάγανε μα αχάριστοι δεν ήταν
σαν κάτι ψηλομύτηδες ψευτοπρωτευουσιάνους

που λένε "τι γλυκό κρασί" και "τι ωραία φέτα"
όταν βρεθούνε σε χωριό και στρογγυλοκαθίσουν

μα αν ξανασυναντηθούν στην πόλη κάποια μέρα
στρέφουν την πλάτη σιωπηλοί στους "άξεστους τους βλάχους"

-Υγεία να 'χεις Νέστορα ,να χαίρεσαι τους γιούς σου
τις κόρες,τη γυναίκα σου και όλα σου τα εγγόνια

του Οδυσσέα είμαι ο γιός, που δεν εφάνη
όταν οι αποδέλοιποι απ'το μέτωπο γυρίσαν
κι αν ειν΄νεκρός ή ζωντανός θέλω από εσέ να μάθω

τα φρύδια τότε έσμιξε ο Νέστορας με πόνο
και άρχισε κομπιάζοντας ,αργά να απαγγέλει

-Σκουριάζουν τα σίδερα και τιμωρώ τον αιώνα τους,
Εγώ που δοκίμασα τις μυριάδες αιχμές
κι απο γιούλια και νάρκισσους το καινούργιο
μαχαίρι ετοιμάζω, που αρμόζει στους Ήρωες

λοιπόν,

όταν η Τροία έπεσε μετά από τόσους κόπους
κι έπρεπε το διαγούμισμα κι η μοιρασιά να γίνει

έπεσαν όλοι ,άφρονες,επάνω σαν ακρίδες
και η διχόνοια χώρισε στα δύο τους Ατρείδες

ο ένας,ο Μενέλαος,ήθελε Βασιλέα
ο άλλος,ο Αγαμέμνονας ,Αλέκα Παπαρήγα

ο Οδυσσέας,πιο σοφός,εστάθη ανάμεσά τους
-φιλιώστε ορέ ,και θα'χουμε τραβήγματα μεγάλα

Εγώ ,με το Μενέλαο,και κάμποσους ακόμα
κινήσαμε να φύγουμε ,μαζί κι Οδυσσέας

μα δεν του καλοάρεσε να αφήσει την ασπίδα
και είπε γυρνάει στο βουνό ,στο πλάι του Αγαμέμνου

και από τότε χάθηκε απ'τα δικά μου μάτια

αν θέλετε να ακούσετε των άλλων δυό την τύχη,
ο ένας απ'τον Αίγισθο πήγε,το Στρατοδίκη

κι ο άλλος, που τον έβγαλε η φουρτούνα στην Αυστράλια
μ'εργολαβίες μπλέχτηκε κι ήρθε κονομημένος

τώρα στη Σπάρτη που θα πας θα δεις και θα θαυμάσεις
τα πλούτη και τ'αμέτρητα δικά του μεγαλεία

και την Ελένη δίπλα του να στέκει την πανώρια

 
ξέρω με τα πολιτικά σας έχω πια ζαλίσει
κι η τηλοψία είναι σαφές πως θα κατρακυλίσει

(θα ακολουθήσει σκηνή σεξ )

ο Μέντης τον Τηλέμαχο τον παίρνει στην ακρίτσα
λέει,χρειάζομαι το τζιπ να πάω σε μια δουλίτσα

ο Φοίβος μου παρήγγειλε στων Καλαμών το πόρτο
να πεταχτώ άμα μπορώ να πάρω λίγο χόρτο

γιατί ξεμείναν στους Δελφούς εδώ και μια βδομάδα
κι οι ταξιδιώτες στέκονται άπρακτοι στην αράδα

οι μαντικές δεν πιάνουνε μόνο με σκέτη δάφνη
και η Πυθία δεν μπορεί λίγο αν δεν τη "φτιάχνει"

-πάρτο ,και γω με ωτοστόπ θα πάω για τη Σπάρτη..

πετάγεται ο Πεισίστρατος,του Νέστορα το σπλάχνο

-αύριο δρομολόγιο έχω για Λακωνία
που να τραβιέσαι μ'ωτοστόπ ή με συγκοινωνία

με τη νταλίκα ,το πρωί,να χω και γω παρέα
Scania turbo injection ,με ηλεκτρική κεραία

Κόρη ,φωνάζει ο Νέστορας ,έρχεται η Πολυκάστη

-του νέου ένα ζεστό λουτρό τρέξε να ετοιμάσεις
και να μην καίει το νερό,πρώτα να δοκιμάσεις

σε διορίζω υπεύθυνη μη μ'απογοητεύσεις
φιλόξενους να μας θεωρούν στον ξένων τις ελεύσεις

η Πολυκάστη ήξερε ,ιερός ήταν ο ξένος
να φύγει δεν θα έπρεπε απογοητευμένος

Αφού τον φρεσκοέλουσε,του'κοψε τα νυχάκια,
τον πέρασε με Ελαίς,του τράβηξε τα πάκια,

κι όταν με χάδια άρχισε καλά να τον μυρώνει
τα χείλη της του πρόσφερε απ'την κρουστή μηριόνη

που νέκταρ καθώς έσταζαν απ'του Ίμερου την κάβα
του εξήγησαν το όνειρο και τι σημαίνει Java

ωχ,βάι βάι μανούλα μου ,έλεγε αυτός μονάχα,
είπε η τηλεόραση πως δυνατά ήταν τάχα

όταν ξυπνήσαν το πρωί και έπαιρναν το μπρέκφαστ
λίγο πριν ο Πεισίστρατος τον τράκτορα κοτσάρει

-Άντε καλό ταξίδι μας κι αέρα στα πανιά μας
ούτε ραντάρ στην εθνική να μη βρεθεί μπροστά μας

έτρωγαν τα χιλιόμετρα το ένα πίσω απ'τ'άλλο
μα δεν καλοχορτάσανε οι δυό μας οι λεβέντες

και σταματήσαν για πατσά στο χάνι του Διοκλέα
πριν για τη Λακεδαίμονα να ξεκινήσουν πάλι

τέλος γ΄ ραψωδίας

Τα εν Λακεδαίμονι.

Υπάρχει για τους πλούσιους ένα γνωστό μοτίβο
για να γελάνε οι φτωχοί και να μην τους ζηλεύουν,

η κόρη Αλίκη μπιμπελό ,ο γιος να'ναι Λαλάκης,
γυναίκα η Μαντάμ Σουσού με άντρα το Λαμπρούκο

όμως εγώ επιβάλλεται να σας στενοχωρήσω
αφού ορκίστηκα να πω τα πράγματα όπως είναι

Το Scania όταν άραξε μπροστά απ'το παλάτι
μέσα στημένο ήτανε τρικούβερτο το γλέντι

όχι όμως σαν κι αυτά των λαικών ανθρώπων
αλλά δεξίωση υψηλά ιστάμενων προσώπων

πάντρευε ο Μενέλαος και γιο και θυγατέρα,
αυτήν με εργοστάσιο που βγάζει πολυεστέρα,

κι αυτόν με τάνκερ δώδεκα και οφ σορ εικοσιέξι
εγγόνια να του κάνουνε στα γόνατα να παίξει

-Πρόσκληση οι κύριοι?
-Ξέρετε δεν υπάρχει...
-Πιο εύκολα ρε μάγκα μου θα δεις τον πλανητάρχη
-Μα..
-Δρόμο!

ο γιος του πολυμήχανου σκέφτηκε μία λύση
και λέει του Πεισίστρατου καθόλου μη μιλήσει

με τους ρεπόρτερ μπλέχτηκαν,κάναν τους paparazzi,
αμέσως τους κατάλαβαν οι εκπαιδευμένοι μπάτσοι

όχι ιδιωτικοί,κανονικοί, του επισήμου Κράτους
που τους πληρώνουμε εμείς κι όχι τ'αφεντικά τους

αυτοί που κάθε πρωινό φοράνε τα γαλόνια,
πάνε τα Παιδιά σχολειό και την Κυρία για ψώνια

κι από μια ώρα και μετά φυλάνε καραούλι
μην τύχει και εμφανιστεί η δεκαεφτά Ιούλη

-Αφεντικό,τους πιάσαμε, μοιάζουνε τρομοκράτες
με μια νταλίκα ήρθανε Αιγυπτιακές πατάτες

κοιτάζει αυτός στο μουσαμά του Νέστορα τη φίρμα

-εντάξει είναι καθαροί ,αμέσως πέφτει σύρμα,
πηγαίντε να πετάξετε τώρα τα σκουπίδια

και να τα θάψετε καλά σε λαξεμένους τάφους
στόχος αλλιώς θα γίνουνε απ'τους δημοσιογράφους

τους λέει
-καθίστε φίλοι μου,τι μου έχετε θυμίσει,
το φίλο μου το Νέστορα πόσο έχω αποθυμήσει
(γι'αυτό δεν τον κάλεσε ούτε στο γάμο)

καθίστε ,πάρτε δυό σκαμπό που μου έφτιαξαν στο Λόντον
από πουτσόδερμα εκλεκτό θαλάσσιων λεόντων

φάτε ,πιείτε ,μα με φειδώ,φερθείτε ως Σπαρτιάτες,
(μη πληρώνουμε και κέτερινγκ για δυό άτομα ακόμα)

να ,κρεμμυδάκι στουμπηχτό,στα τέσσερα ντομάτα
(πολύ μεγάλα τα'κοψε πάλι η ακαμάτα)
σουπίτσα μέλανα ζωμό ,ανώτερο απ'το γκούλας,
και ντόπιες ελίτσες,τσακιστές,απ'το κτήμα της Ευούλας

-Λοιπόν φάγαμε,ήπιαμε,ας συστηθούμε τώρα

εγώ ειμ'ο Μενέλαος,όλες με το αμάξι
τις στράτες που πατάς ,εγώ τις έχω φτιάξει

μαζί με κείνον τον ψηλό ,να,με το ριγέ σακάκι
που τόνε έκανα υπουργό των Δημοσίων Έργων

από δουλειά ,παιδιά,πολύ να φάνε και οι κότες
στη μακρινή Αυστράλια που μ'έριξε η μοίρα...

ααααααααααα !!!!!!!!!!!!!
και ύστερα σιωπή

τι γυναίκα ήταν αυτή,τι αριστοκρατία
δεν ήτανε το μακιγιάζ,ούτε κι οι εγχειρήσεις

ποτέ δεν είχαν ξαναδεί τέτοια θ ε ά μπροστά τους

-Ελένη!
-Μένη μου
-Να σου γνωρίσω δυό παιδιά

είπε ,χαίρω πολύ
(και σκέφτηκε, θεέ μου, νταλικιέρηδες ,κολάστηκα κι απόψε)

-εγώ ειμ'ο Πεισίστρατος ,του Νέστορα το σπλάχνο
-κι εγώ...

-στάσου νεαρέ και κάποιον μου θυμίζεις
που όταν πολιορκούσανε για μένανε την Τροία

αυτός με ρούχα φτωχικά για να κατασκοπεύσει
μπήκε ,μα εγώ τον γνώρισα

τον λάδωσα,τον μύρωσα,μα παραπέρα όχι

δήλωσε στην ομήγυρη κοφτά το Ελενάκι
(και σκέφτηκε ,πύραυλος ήτανε σωστός και με μακρύ χωνάκι)

του Οδυσσέα είσαι ο γιός, που σ'άφησε στην κούνια

-ναι ,σωστά θαρρείς,κι ήρθα εδώ στη Σπάρτη
να μάθω αν τον έφαγαν της θάλασσας τα βάθη

και πισωθέ του άφησε εμάς που μας στριμώξαν
κι όλοι οι μνηστήρες προσπαθούν να πάρουνε το βιός μας,

εσύ κύριε Μενέλαε που έχεις τόσα μέσα,
αμέτρητα λεφτά και ξέρεις τόσο κόσμο..

-άκου παιδί μου ,αυτό που ξέρω μοναχά
είναι πως μια Καλύψω ,Καλυψώ ,κάπως έτσι τελοσπάντων

τον έχει και τονε κρατά μακριά απ'τους δικούς του,
μου το'πε θεός της θάλασσας,ο γέρος ο Πρωτέας

όταν με θαλασσόδερνε τότε ο Ποσειδώνας
αφού την εκατοβοδιά ξέχασα(ψέμα!!) να του κάνω

όσο για τ'άλλα ,κοίταξε,με πιέζουνε και μένα
και δεν μπορώ εκτός ΑΣΕΠ τίποτα παραπάνω

έλα πάρε αυτό,μια ασημένια πένα (πως κι έτσι ?)
απο τα δώρα που διπλά μας έφεραν στο γάμο (αααααα!)
 

αλλάζοντας συζήτηση ο Μενέλαος προτείνει

-καθίστε καμμιά δεκαριά μερούλες ρε μαγκίτες

και ο Πεισίστρατος γελά

-μα θα με φάνε ζωντανό οι λαχαναγορίτες

-καλά πήγαινε εσύ κι άσε εδώ το Μάχο
και στην επιστροφή έρχεσαι και τον παίρνεις

  

ήρθε το βράδι κι έπεσε στο ολόλευκο παλάτι
τους βάλανε να κοιμηθούν(το λέει και στο πρωτότυπο)
στρωματσάδα στο χαγιάτι

σε λίγο ο Τηλέμαχος βάζει φωνή μεγάλη

-έι ,δε θα' ρθεί καμμιά ,τα νύχια να μας κόψει?
να μας περάσει Ελαίς,καλά να μας μυρώσει?

-shut the fuck up ,ευγενικά ,του απάντησε ο μπάτλερ
καλέ μου φίλε τ'Αγιαννιού δεν είναι κάθε μέρα!

την άλλη μέρα το πρωί στο Θιάκι, η Πηνελόπη
έστειλε την Ευρύκλεια να πάρει την Espresso

γινόταν στο περίπτερο σούσουρο μεγάλο
φωτογραφία είχανε στην πρώτη τη σελίδα

απ'τα παντρολογήματα που έγιναν στη Σπάρτη
-βρε σεις,αυτός δεν ειν'ο εγγονός του γέρου του Λαέρτη;

οι Αντίνοος κι Ευρύμαχος με ψύλλους μες στ'αυτιά τους
δούλα,φωνάζουν,έλα δω ,φέρε μας βατονέτες

-Που είναι ο Τηλέμαχος?
-Στο tennis club νομίζω..

-Σκατά ,πήγε να βρει τις άκρες του,να μας εξαφανίσει
μα θα φροντίσουμε κι εμείς να μη ξαναγυρίσει

και στο νησί, την Αστερή,του στήσανε καρτέρι

                    τέλος δ΄ ραψωδίας

Οδυσσέως σχεδία.

στο καφενείο των Θεών ,στην κεντρική τη σάλα,
η Αθηνά παρήγγειλε φραπέ με λίγο γάλα,

πλάι στου Δία κάθισε τις πατρικές αγκάλες,
αυτός μετρούσε αν σωστές ήτανε οι φουσκάλες

-Παιδί,σαράντα είπαμε,μα λείπουν ορισμένες,
τέσσερεις μέρες κράτηση κι οι άδειες κομμένες..

..να θες να πιείς έναν καφέ και να μην τον γουστάρεις,
όλα τα παλιοβύσματα μου στέλνει εδώ ο Άρης

-μπαμπά..
-..ποντικαράδες,άσχετοι,κωλόψαρα,αρούρια..

-..μπαμπά..
-..και βάζουν και λιγότερο σουσάμι στα κουλούρια..

-ΜΠΑΜΠΑ!!
-...???

-τι θα γίνει τελικά μ'αυτόν τον Οδυσσέα
που η Καλυψώ αιχμάλωτο κρατά στην Ωγυγία?

-α ναι ,μα τον εχθρεύεται πολύ ο Ποσειδώνας
γι'αυτό και δεν μπορεί να βγει απ'τα δίχτυα της κοκώνας

-και αποφασίζει ο Θεός της Θάλασσας για όλα?
-ε ,όχι δα

-αυτός είναι τ'αφεντικό? αυτός κάνει κουμάντο?
πάντως αυτό όλοι θα πούν,συγγνώμη αν σε ταράζω..

-να τον αφήσει πάραυτα,ΕΓΩ το διατάζω!

-μπαμπούλη μου σ'ευχαριστώ,έλα να σε φιλήσω
στείλε να πάει ο Ερμής στης μορφονιάς τη νήσο

Ο Ερμής άλλο δεν ήθελε ,βάζει χρυσά σανδάλια
έφτασε μέχρι το σταυρό του νότου με τα στράλια

παρκάρει,παίρνει ένα ταξί που πήγαινε Σφαγεία
και από κει με το μετρό,τσουπ, φτάνει στην Ωγυγία

Η Καλυψώ σιδέρωνε,ο Οδυσσέας λείπει
-Πολύ συχνά μονάχη μου Ερμή μ'εγκαταλείπει

κι ας έχουμε τόσες δουλειές ,αυτός όλο την κάνει,
και πάει με τους φίλους του για ούζο στο λιμάνι,

τα πίνουν και τον βάζουνε να λέει ιστορίες
πως πάλευε στα κύματα με δέκα καρχαρίες

κι όταν ο ανεπρόκοπος ντίρλα θα 'ρθει στο σπίτι
από τη μπόχα να κρατάς σου έρχεται τη μύτη

κι αρχίζει πάλι να μου λέει για ξάρτια και γοργόνες,
σιχάθηκα για Κύκλωπες ν'ακούω και Λαιστρυγόνες

βαρέθηκα ,μ'ακούς,βά ρέ θή κά!

-γιατί δεν τον αφήνεις?

-και ποιός τονε κρατάει? ας φύγει αν του κοτάει,

να δω ποιά θα τον πλένει και θα τον σιδερώνει,
ποιά ,και με πονοκέφαλο,έτσι θα τον μυρώνει

ο Ερμής ,ακριβοδίκαιος,πήγε να τον ακούσει,
αυτός καθόταν στην ακτή και διάβαζε το Πούσι

-Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη.
Ήρθες να με δεις κι όμως δε μ' είδες..

-..έχω απ' τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια περ' απ' τις Εβρίδες
 
-Ποιός είσαι σύ?
-μάλλον δεν ήταν τελικά τόσο μακρύς ο δρόμος..

-αστεία λες,και βέβαια,μόνο τρία χρονάκια
ήρθαμε οι θαλασσόλυκοι και γίναμε αρνάκια

κλείσαμε με την Καλυψώ χρόνια εφτά φαγούρα
σπίτι δουλειά τηλεόραση και κρεβατομουρμούρα

της τα'πρηξα ,μου τα'πρηξε,τώρα δεν πάει άλλο..

Κοινή χωρίσανε λοιπόν που λένε συναινέσει,
μελό αποχαιρετισμοί εδώ δεν έχουν θέση

παιδιά σκυλιά δεν είχανε,πιο εύκολο το πράγμα,
σαν ταξιδάκι αναψυχής χωρίς κρυμμένο τραύμα

μα ήταν άγονη γραμμή τότε η Ωγυγία
και έτσι αναγκάστηκε να φτιάξει μια σχεδία,

σκαρί γερό από έλατα καλά πελεκημένα,
άβρεχη είχε πατωσιά και για σι-μπι αντέννα

όσο για τα εφόδια,μόνο κρασί και ρέγγα,
να παίχτης για Survivor σκεφτήκανε στο Μέγκα

 

Τ'άστρα τον οδηγούσανε τη νύχτα ,και τη μέρα
ακολουθάει ό,τι του πει η Λίτσα η Πατέρα

είχε τ'αυτιά του για ραντάρ,τα μάτια γι'αστρολάβο
και γρήγορα θ'αντίκρυζε τον ποθητό τον κάβο,

αν δε γυρνούσε ο Ποσειδών απ'την Αιθιοπία
που είχε πάει για λουτρά και λασποθεραπεία

βλέπεις αυτοί οι ρευματισμοί τον είχανε τσακίσει,
η υγρασία κι ο νοτιάς τον είχαν αρρωστήσει

Σαν είδε τον πολύτροπο στο ρελαντί να πλέει,
μπραφ,δίνει μια και σκιάζονται οι γόπες κι οι γαλέοι,

σκιάζεται και ο Οδυσσεύς απ'τις αναταράξεις,
αυτός που στο σχολειό δυό δυό τις πήδαγε τις τάξεις

τώρα τα ψιλοέχασε δεν ξέρει τι να κάνει,
αν πέσει μέσα θα πνιγεί,αν κάτσει θα πεθάνει

Μπροστά του εμφανίζεται η Ινώ η Λευκοθέα,
που'χε μπαλκόνια τροφαντά με πέτρινα στηθαία,

τον τύλιξε κατάσαρκα με αβύθιστο μαγνάδι
-άντε βρε ,τι το σκέφτεσαι,η θάλασσα είναι λάδι..

Αποφασίζει τη βουτιά ,καλός στην πεταλούδα,
προσεύχεται στο Γιαραμπί ,τον Κρόνο και το Βούδα,

μετά απ'τα πατερημά ,σε ύπτιο το γυρίζει
ώσπου σχεδόν αναίσθητος φτάνει και τερματίζει

στην παραλία που ως γνωστόν ήτανε των Φαιάκων
και ύπνος τον αγκάλιασε αυτός των βρυκολάκων

και δες μεσημεριάτικα,να τος που ροχαλίζει.

                    τέλος ε΄ ραψωδίας

Οδυσσέως άφιξις εις Φαιάκας.

Η Αθηνά ως συνήθιζε άλλαξε πάλι όψη
και πήγε λίγο κίνηση στους Φαίακες να κόψει

στης Ναυσικάς το όνειρο ακάλεστη μπουκάρει
που βλέπει για χιλιοστή φορά πως νυφικό προβάρει

δαντελωτό εξώπλατο από τους Νίκος-Τάκης
και στο πλευρό της ως γαμπρός να στέκεται ο Sakis

-άσε το σεντονάκι σου , του υμέναιου τη ζάλη,
σελέμπριτι πολύ γνωστή μας τίμησε και πάλι

άρπαξε το τηλεκοντρόλ και έβαλε ειδήσεις

στο Σταρ βροντάει ο Όλυμπος ,
στο Άλτερ αστράφτει η Γκιώνα,
στην πλαζ είπαν λουόμενοι πως είδαν τη Μαντόνα

πίσω απ'τα μαύρα της γυαλιά ,το λεοπάρ μαγιώ της
για τα δελτία απίστευτη η αποκλειστικότης!

τρέχουν να εντοπίσουνε τη διάσημη κορμάρα
στης παραλίας ανάμεσα τη σάρα και τη μάρα

-Μήπως την είδατε εσείς?
-Ποιά ? την ξανθιά την ξένη?
νάτη στον ήλιο κάθεται κι ολημερίς το ξαίνει

εκεί κάτω απ'την κόκκινη των δέκα ευρώ ομπρέλα
μαζί με μία σοκολά αφρικανή γαζέλα

-Λοιπόν ,κυρίες και κύριοι,από πληροφορίες
πράγματι την είδανε ,εδώ ειν'η κοπέλα
μάλιστα της την έπεσε κάποια παλιοβαζέλα

κι'αυτή, η απόλυτη η σταρ των σταρ των απολύτων,
του είπε "κάτσε αγόρι μου"
κινούμενη υπό σκοπών νομίζω ευνοήτων,
μα,ας προσεγγίσουμε τ'άδυτα των αδύτων..

-Σιγά παιδιά την κάμερα..
-του κ... σας τα εννιάμερα ,δημοσιογραφάκια..

-Ρε μάγκα άντε σκά,
τη δουλειά μας κά ,κάνε λίγο πίσω

-τι είπες ρε μαλά,
μίλα πιό καλά,μη σε πελεκήσω

απ'τη βαβούρα που έγινε ,σηκώθηκε και κύμα,
πάει το πουλάκι πέταξε , ήτανε τόσο κρίμα..

-εδώ μπροστά μας ήτανε,γαμώ τη γκαντεμιά μου
κι απ'τη χαρά κατούρησα η δόλια τα βρακιά μου

μα ας μας τα πει καλύτερα κάποιος αυτόπτης μάρτυς

-εδώ ήταν ,τ'ορκίζομαι,λέει η κυρία Κούλα,
την Παπαρίζου να μη δω να ντύνεται νυφούλα

-εδώ ,εδώ ,την είδαμε ,ήτανε like a virgin
απλή και καταδεκτική,όχι σαν τις δικές μας

-εδώ κυρίες και κύριοι ήταν ,διασταυρωμένο,
αντίο τώρα, κι αύριο εδώ σας περιμένω

όλο και κάποιος σουπερστάρ πάλι θα σκάσει μύτη
να νιώσουμε πως είμαστε το κέντρο του πλανήτη

Η Ναυσικά την είδηση τρέχει ν'αναπαράξει,
ψάχνουνε με τις κολλητές να βρούνε που'χει αράξει

το ιδιωτικό το γιωτ που 'φερε τους σπουδαίους,
να πάρουνε αυτόγραφα ,δείγματα σοκ και δέους,

να σκάσουν οι γειτόνισες κι οι κόρες τους τα ψώνια

Ψάξαν σε όρμους φυσικούς ,σ'άγνωστα αραξοβόλια,
μαζέψαν λίγους αχινούς στην κεντητή τους μπόλια

να βάλουνε στου δάσκαλου την έδρα πριν καθήσει,
όσο για τη θαλαμηγό ,μάλλον είχε λακήσει

Ξάφνου,μια κόρη λυγερή, φωνή μεγάλη βάζει

-Άντρας ,όπως τον έφτιαξε ο πάνσοφος ο πλάστης!

-χμ,λες Κούρδος ή Πακιστανός να'ν'λαθρομετανάστης?

(για βάρβαρο τον πέρασε το χαζογκομενάκι,
μα αυτοί δεν έχουν Όμηρο και προπαντός Ιθάκη)

-σκάσε μωρή αγράμματη ,σου έστριψε η βίδα?
κοίτα μια μεσογειακή που έχει καραβίδα..

Κι ευθύς τα χέρια άπλωσαν να δούνε αν δαγκώνει
η καραβίς που ζάρωνε,χλωμή σαν το λεμόνι

-παππούς θα είναι σίγουρα,μοιάζει σχεδόν σαράντα,
αυτού για να του σηκωθεί χρειάζεται ιμάντα

Η μυαλωμένη η Ναυσικά,τον είχε συμπονέσει

-τ'αλάτι τον σταφίδιασε,τον πνίξανε τα φύκια
κι εσάς ο νους σας μοναχά είναι στα φίκι-φίκια..

ανάσα παίρνει,την κρατά, με το ένα δύο τρία
φιλί προσφέρει της ζωής στα χείλη τα ανδρεία,

αυτού του καλοάρεσε," αχ Καλυψώ μου, ρίχτα,
έτσι είχα να αισθανθώ απ'την πρώτη μας τη νύχτα"

οι δαγκάνες αργοσάλεψαν σ'ένα τανγκό νοτούρνο
-μμμμμμμ ,αυγωμένη φαίνεται ,έτοιμη για το φούρνο..

Ξυπνάει,μέρος άγνωστο και γύρω εφτά πιπίνια
θυμάται το διαμέρισμα,της Καλυψώς τη γκρίνια

το διαζύγιο,τον Ερμή ,το Νίκο Καββαδία
τον Ποσειδώνα που 'ριξε στα βράχια τη σχεδία

-ω μοι εγώ ,τέων αύτε βροτών ες γαίαν ικάνω;

- lol,δε σας τα'λεγα εγώ; Αραβικά μιλάει!

-Καλέ,ποιός είσαστε εσείς,πως φτάσατε εδώ πέρα?

-εδώ τι είναι ,Μύκονος?μην είναι η Καλντέρα?

-που τέτοια τύχη κύριε και τύπε μου μυστήριε,

εμάς μας λένε Φαίακες,τα θηλυκά Φαιακίδες
καλά που δε σε βρήκανε τουρίστριες Αγγλίδες

το δόλιο το αστακοειδές θα στο'τρωγαν γιουβέτσι,
κι εμείς είμαστε αγάμητες,αλλά δεν κάνουμ'έτσι

-σωπάστε ομορφοπλέξουδες,πιπέρι μες στο στόμα,
μικρά κορίτσια να μιλούν όπως οι αμαξάδες

-μικρό είναι το μάτι σου ,για βάλε τα γυαλιά σου
κοίτα τον τζιτζιφρίγκο σου ,μπρος ,ρούφα την κοιλιά σου

Αυτός πολύ εντράπηκε,φύλλο συκής γυρεύει,
τ'ανήλικα τη σήμερον κανείς δεν τα παλεύει

-Κρύψου εκεί στο αλσύλιο,πάμε να βρούμε ρούχα,
να έρθουμε περίμενε σαν πέσει το σκοτάδι

όπως του είπαν έκανε και καρτερεί το βράδι

                  
                                 τέλος ζ΄ ραψωδίας

Οδυσσέως είσοδος πρός Αλκίνουν.

δυό ώρες τις περίμενε ο Δυσσέας τις κοπέλες
μήπως του φέρουν κανά τζην και τίποτα ελβιέλες

σκυφτός,γυμνός κι ατσίγαρος στις φυλλωσιές κρυμμένος
μα και με μια κρυφή χαρά που εδώ ναυαγισμένος

άρχιζε πάλι ,λεύτερος,τις περιπέτειες του
μέχρι στις πατρογονικές να φτάσει τις ακτές του

πράγματι,όταν σκοτείνιασε οι κορασιές σφυρίξαν
κλέφτικα ,συνθηματικά ,να καταλάβει βήξαν

και του πετάξαν αλλαξιά σε πλαστική σακούλα

βερμούδα χαβανέζικη,σκαρπίνια,άσπρες κάλτσες,
λευκό πουκάμισο,ση θρου, με ξεραμένες σάλτσες

Κωστέτσο αυτός δεν ήξερε ούτε Μιχάλη Ασλάνη,
μα κάτι δεν του κάθεται σ'αυτό το ρουχομάνι

-λίγο περίεργο σύνολο μου φέρατε κορίτσια
που τα οικονομήσατε όλα αυτά τα κίτσια?

-παρατημένα ήτανε πιο πάνω στα πευκάκια
που παν τα Σαββατόβραδα κρυφά τα ζευγαράκια

Γέλασε ,είπε ευχαριστώ,μα ένα δάκρυ εκράτα
α υ τ ό ς που πάνω του άστραφτε η αυγή η χαλκομάτα,

μες σε χιτώνα πορφυρό ,βαριές περικνημίδες
θώρακα ασημοκέντητο ,δίπλα απ'τους Ατρείδες,

και πίσω του σε φάλλαγες ,άρματα ,πολυβόλα,
ιππείς,τοξότες,πεζικό σαράντα μεραρχίες

που σιωπηλοί περίμεναν γ ι α μ ι α δ ι α τ α γ ή τ ο υ

σε κείνον τον κατάξερο καταραμένο τόπο
που για να τον κουρσέψουνε α υ τ ό ς βρήκε τον τρόπο

-Τεσπά ,καλά είναι κι αυτά,δεν θα τα παντρευτούμε..

η Ναυσικά πετάχτηκε ,με την καλή καρδιά της

-γράψε οδό και αριθμό,στο σπίτι μου να έρθεις
να σε φιλοξενήσουμε ,αφού μπροστά μου ευρέθης

μονάχα η fashion police μη σ'εύρει,θα χαθούμε,
υπάρχουν νόμοι αυστηροί για παραβάσεις μόδας

γι'αυτό θα πάμε εμείς μπροστά και έλα κατά πόδας

Στους δρόμους μόνος περπατά ,κανείς δεν τον προσέχει,
θαρρούσε μ'ένα σύννεφο η Αθηνά τον έχει

τυλιγμένο.Το ίδιο πιστεύουν όλοι
όσοι ποτέ δεν έζησαν σε μια μεγάλη πόλη.

Για να είναι πιο σίγουρος πως δεν θα ξεχωρίζει
άρχισε με τον τρόπο τους κι εκείνος να βαδίζει

σε υποτιθέμενο hands free έκανε πως μιλάει
και αυτοσυγκεντρώθηκε να μη χαμογελάει

Εξήντα δύο υπό σκιά είχε μέσα στο κιόσκι
ο Μήτσος ο περιπτεράς σ'άλλη κοσμάρα βόσκει

βουνά τριγύρω υψώνονταν θεόρατα τα ράφια
αυτός ονειρευότανε πως κυνηγούσε ελάφια

-έχω εδώ μια διεύθυνση,απ'του ..
-are yoy talking to me?

-..Αλκίνοου το σπίτι
-ευθεία ντουγρού

-ευχαριστώ
-are yoy talking to me?

Γλυκά τον καλοδέχτηκαν στ'ωραίο σπιτικό τους
που ήταν το παλάτι τους και το βασίλειο τους

Πρώτος ,ο Αλκίνοος,βασιλιάς μα όχι απ'τους κυφήνες
που απλώς την πρώτη του μηνός τσεπώνουνε τις χήνες,

εργατικός,σκυλί σωστό,καθόλου ερασιτέχνης
κατεψυγμένου σπέρματος δήλωνε οικοτέχνης

Μετά,η Αρήτη που κυρά ήταν μαζί και δούλα
και μ'ένα μαγικό ραβδί τα κανονίζει ούλα

τσαφ και διαβάζει τα παιδιά,τσουφ πλένονται τα πιάτα,
τσαφ τσουφ από του "Σέσουλα" κοψίδια μυρωδάτα

Ναυσικά και Λαοδάμαντας,τα δύο τους βλαστάρια
που αν θα δεις θα τρελλαθείς τι κρύβουν στα συρτάρια

βιντεοκονσόλες,μίνι ντισκ,διάσπαρτα τριγύρω
και το μισό περίπτερο του Μήτσου του ντε Νίρο

-Ξένε καλώς μας όρισες ,στη χώρα των Φαιάκων
τη χώρα των πολύ φτωχών και των πολύ φραγκάτων

την κοινωνία την γνωστή και ως των δύο τρίτων,
ξετύλιξε των εμφανών βασάνων σου τον μίτον,

πούθε έρχεσαι ,για που τραβάς,τα ρούχα πόθεν έσχες,
κυκλώματα σε μπλέξανε,στα φάγανε σε λέσχες;

-σερσέ λα φαμ ,
είπε αυτός έτσι για να τελειώνουν

άρχισαν τον Αλκίνοο τα φίδια να τον ζώνουν

η Αρήτη τονε κοιτάξε ,με νόημα, να σκάσει,
τον ξένο οι ερωτήσεις του τον είχανε κουράσει

-τσουφ,έτοιμο το ζεστό νερό που σ'έφαγε η γλίτσα
τσαφ τσουφ ,δεν ξέρω αν οι πιπεριές σ'αρέσουνε στην πίτσα

τσαφ,στον ξενώνα σου'στρωσα η πλάτη σου να ισιώσει
μα δυστυχώς το Ελαίς μας έχει τελειώσει

-Τελείωσε το Ελαίς; ,o Αλκίνοος εξεράγη,

δυό ντενεκέδες είχαμε που'ταν σχεδόν γεμάτοι
κι εμείς δεν έχουμε αρτυθεί απ'την προηγούμενη Τετάρτη
ή μήπως όχι;

η Αρήτη τονε κοιτάξε ,με νόημα, να σκάσει,
οι ηλίθιες οι ζήλιες του την είχαν πια κουράσει

Ο Οδυσσέας θέλησε να δώσει ένα τέρμα

-ω ,μα σας παρακαλώ ,να λείπουνε τα λάδια,
να ξεκουράσω μια σταλιά γι'απόψε τα ποδάρια

και αύριο πρωί πρωί το δρόμο μου θα πάρω

-Αύριο; Κυριακάτικα και ντάλα καλοκαίρι;
αδύνατον,και θάχουμε ψητό το μεσημέρι

Κι αφού καληνυχτίστηκαν,την έπεσαν για ύπνο

                      τέλος η΄ ραψωδίας

http://www.stixoi.info/
Δημιουργός: Μπάμπης

--
Η Έβελυν (Jokes-Robot(@)ceid.upatras.gr) γράφει :
Ποτέ μη μιλάς σε ξένους.
			Warcraft II Tips
________________________________________________________________________
          Joke of the Day ... Ελληνική Λίστα Ανεκδότων
             https://anekdota.duckdns.org
        ___ Η JotD βγαίνει σε Ελληνικά και Greeklish ___
________________________________________________________________________

Γραφτείτε και εσείς στην Ελληνική Λίστα ανεκδότων (JotD) και στείλτε τα ανέκδοτά σας!!!

Επιστροφή στον κεντρικό κατάλογο αυτού του αρχείου