JotD / QotD Ελληνική Λίστα Ανεκδότων (JotD)


Θέμα: Ο έρωτας σκοτώνει ηλίθιε



(nil): Nikos Tsekhs (ntsekhs(@)gmail.com)
Ημερομηνία: Τρι 04 Οκτ 2005 - 11:50:53 EEST

Η βροχή δυναμώνει και εσύ κάθεσαι στο παγκάκι μόνος. Δυστυχώς η
ζητιανιά δεν καρποφόρησε σήμερα και έχεις μείνει με 25 λεπτά στην
τσέπη άπλυτος, βρεγμένος και νηστικός προσπαθώντας να μην πεθάνεις από
την μπόχα της ανάσας σου. Σκέφτεσαι πως κατάντησες έτσι εσύ ο άλλοτε
πάμπλουτος εργοστασιάρχης και σε πιάνει τρέλα. Ας πρόσεχες. Έκανες το
μοιραίο λάθος , ερωτεύτηκες την λάθος γυναίκα. Το ήξερες πως μια λάθος
γυναίκα μπορεί να σε καταστρέψει αλλά είχες τυφλωθεί.

Την παντρεύτηκες, σε χώρισε, σου πήρε τη μισή περιουσία και τώρα ζει
με τον δικηγόρο σου στο πρώην σπίτι σου. Έχασες την όρεξη για δουλεία,
σταμάτησες να ασχολείσαι με τις επιχειρήσεις σου και περνούσες τον
χρόνο σου κατασκοπεύοντας την και παρακαλώντας την να γυρίσει πίσω.
Δεν ήθελε και πολύ να βρεθείς στο δρόμο. Μην στενοχωριέσαι όμως
ταλαίπωρε κακομοίρη, υπάρχουν και χειρότερα. Εσύ είσαι από τους
τυχερούς. Αλήθεια σου λέω, εσύ τουλάχιστον είσαι ζωντανός. Υπήρξαν
κατά τους αιώνες χιλιάδες άντρες σαν κι εσένα που ερωτεύτηκαν τη λάθος
γυναίκα και είχαν χειρότερη από την δική σου κατάληξη. Αν δεν με
πιστεύεις άκου μερικές από τις ιστορίες τους.

Στην Παλαιολιθική εποχή (οι πρώτες απόπειρες - αδέξια προσέγγιση)

Την είχε προσέξει από καιρό την νεαρά. Ήταν πανέμορφη, τριχωτή και
ψηλή (πάνω από 1.35). Μια μεθυστική ιδρωτίλα ανακατεμένη με μια
παράξενη μυρωδιά σαν χαλασμένο κασέρι ανάβλυζε από το κορμί της
ζαλίζοντας κάθε αρσενικό σε ακτίνα 200 μέτρων. Την ερωτεύτηκε
κεραυνοβόλα. Ήθελε πάση θυσία να δαγκώσει το προτεταμένο της πιγούνι,
να χαϊδέψει το απαλό-σαν απλωμένη προβιά σε βυρσοδεψείο-δέρμα της, να
κουτουλήσει γλυκά το πλακουτσωτό της κεφάλι και να πιπιλίσει τα χοντρά
με τα κατάμαυρα νύχια δάκτυλα. Έτσι αποφάσισε πως δεν έπρεπε να χάσει
άλλο χρόνο. Ο ευαίσθητος, ρομαντικός και ερωτοχτυπημένος Homo Erectus
έτρεξε γρήγορα στη σπηλιά του και πήρε το βαρύ δρύινο ρόπαλο, φόρεσε
την καλή του αρκουδίσια προβιά (αυτήν την κοκκινωπή με τη λαιμόκοψη)
και έστησε καρτέρι στην καλή του.

Ήταν το τέλειο σχέδιο. Θα την έριχνε αναίσθητη με το ρόπαλο και θα την
τραβούσε από τα ανακατεμένα σαν φτηνή σφουγγαρίστρα μαλλιά μέχρι την
σπηλιά του. Εκεί θα την κουτούπωνε μέχρι το παλαιολιθικό πουλί του να
έπαιρνε φωτιά (πως νομίζετε πως την ανακάλυψαν;). Μετά θα πήγαινε για
ψάρεμα. Ενώ ονειροπολούσε χαμογελώντας με τα σάπια δόντια του να
αντιφεγγίζουν στον μεσημεριανό ήλιο την είδε από μακριά να έρχεται
προς το μέρος του. Δεν δίστασε ούτε στιγμή. Περίμενε λίγο να τον
προσπεράσει και αν και λίγο συγκαμένος προχώρησε αθόρυβα πίσω της σαν
αίλουρος. Την πλησίασε, σήκωσε το ρόπαλο, το κατέβασε με δύναμη και
φσσσσσστ ... τζίφος. Το πανούργο θηλυκό άκουσε το ρόπαλο να σχίζει το
αέρα και με μια αστραπιαία κίνηση το απέφυγε. Πριν ο επίδοξος εραστής
με τις τριχωτές πατούσες καταλάβει τι είχε συμβεί η παλαιολιθική
σιγανοπαπαδιά του είχε ρίξει μια κλωτσιά στο ευαίσθητο σημείο, μια
δαγκωνιά στο λαιμό και μια κατραπακιά στο κεφάλι με το δρύινο ρόπαλο
(και ακόμα να φανταστείτε δεν είχαν ανακαλυφτεί οι ταινίες με τον
Τσάκυ Τσαν). Έμεινε εκεί ματωμένος και μισολιπόθυμος. Το τελευταίο
πράγμα που είδαν τα μάτια του ενώ ξεψυχούσε ήταν μια αγέλη πάνθηρες να
του ξεσκίζουν τις σάρκες.

Στην Προϊστορία (προσοχή στα γυναικεία δάκρυα)

Ο Ρόναν ήταν ο περίγελος του καταυλισμού των βαρβάρων. Ποτέ δεν ήταν ο
καλύτερος καβαλάρης, ούτε ήταν ιδιαίτερα καλός στις μονομαχίες με
σπαθιά και τσεκούρια. Δεν του άρεσε να καίει σπίτια και να κραυγάζει
σαν άγριο θηρίο, ούτε να ξεκοιλιάζει αθώους χωρικούς για να φτιάξει
τρέντυ χαϊμαλιά με τα άντερα τους. Οι ψείρες πάνω στο κεφάλι του είχαν
σαφώς μεγαλύτερη εγκεφαλική δραστηριότητα από τον ίδιο.

Αν και δεν είχε πολύ κέφι σήμερα γιατί τον είχε πειράξει ο μισός ασβός
που έφαγε για βραδινό, θα πήγαινε με τους άλλους άντρες του
καταυλισμού για λεηλασίες, πλιάτσικο και βιασμούς στα γύρω χωριά.
Ανέβηκε βαριεστημένα στο αλλήθωρο άλογο του και βυθισμένος στις
σκέψεις του ακολουθούσε με κόπο τους υπόλοιπους βρόμικους και
αναμαλλιασμένους καβαλάρηδες. Ενώ πλησίαζαν στο πρώτο χωριό της
περιοχής την συνάντησαν. Ήταν μια πανέμορφη λυγερόκορμη και
γαϊτανοφρύδα χωριατοπούλα που είχε πάει στο ποτάμι να ποτίσει τα ζώα
της. Του κόπηκε η ανάσα. Σταμάτησε το άλογο και την κοιτούσε με τα
γουρλωμένα ηλίθια μάτια του σαν υπνωτισμένος. Σταμάτησαν και οι άλλοι
μαζί του.

Η χωριατοπούλα είχε μείνει παγωμένη και τα γόνατα της είχαν λυθεί από
το φόβο. Ο Άραφ ο αρχηγός της ομάδας γύρισε και κοίταξε τον Ροναν
γελώντας κοροϊδευτικά. Τι έπαθες ρε και είσαι σαν ιδρωμένο κουνάβι με
πονόδοντο; Την γουστάρεις ρε ρεζιλεμένε χτικιάρη; είπε και ξέσπασαν
όλοι μαζί σε γέλια. Ο Ρόναν απλώς κούνησε το μεγάλο κεφάλι του
καταφατικά. Είχε σαστίσει. Άντε λοιπόν είπε ο Άραφ , κάνε μας για μια
φορά περήφανους , δείξε μας τον βάρβαρο που κρύβεις μέσα σου,γίνε
λυσσασμένος λύκος της στέπας. Ο Ροναν κατέβηκε από το άλογο και
κινήθηκε αργά προς το μέρος της χωριατοπούλας. Ναι την γούσταρε, ναι
ήταν βάρβαρος, ναι επιτέλους θα έδειχνε στους υπόλοιπους ότι άδικα τον
κορόιδευαν τόσο καιρό και πόσο άγριος και μοβόρος καριόλης γίνεται
όταν το θελήσει.

Έπιασε την παγωμένη από το φόβο κοπέλα από τους ώμους και με μια
απότομη κίνηση έκοψε τα κορδόνια που συγκρατούσαν πάνω της το πέτσινο
φόρεμα. Τα τσιμπλιασμένα μάτια του έπεσαν πάνω στα στητά και
ολοστρόγγυλα στήθη της. Ένα κύμα αγριάδας άρχισε να ξεχύνεται από μέσα
του σαν ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Ήταν έτοιμος να ουρλιάξει σαν
λύκος ώσπου ξαφνικά έγινε το μοιραίο. Η χωριατοπούλα άρχισε να κλαίει
με λυγμούς. (Ακόμα και στην εποχή των βαρβάρων υπήρχαν ρομαντικοί
ηλίθιοι που δεν μπορούσαν να αντέξουν στην θέα μιας γυναίκας που
κλαίει.) Ο λύκος μέσα στον Ροναν χάθηκε και το ιδρωμένο κουνάβι με
πονόδοντο ξαναπήρε τη θέση του. Γύρισε και κοίταξε τους συντρόφους του
αμήχανα, με την έκφραση δεξιού μπακ που μόλις έχασε πέναλτι στον
τελικό ζωγραφισμένη στην κακάσχημη φάτσα του.

Ενώ ο Ρόναν είχε την πλάτη γυρισμένη δεν χρειάστηκαν πάνω από 2
δευτερόλεπτα στην «αθώα» χωριατοπούλα να βγάλει την λεπίδα που είχε
για να γδέρνει τα σφαχτά από την ζώνης της και να του την καρφώσει
στην τριχωτή πλάτη. Ο Ρόναν έπεσε κάτω σφαδάζοντας. Ξεψύχησε με το
πρόσωπο βυθισμένο στις λάσπες και τα κατρουλιά των ζώων. Θεέ μου τι
ηλίθιος αναφώνησε ο Άραφ και έφυγε κουνώντας το κεφάλι του με νόημα.
Το κουφάρι του Ροναν έμεινε εκεί δίπλα στο ποτάμι, λαχταριστός μεζές
για τους γυπαετούς και τα κοράκια της περιοχής. Για πολλά χρόνια τα
λευκά οστά και η νεκροκεφαλή έσπαγαν την μονοτονία του πράσινου και
του μπλε στο φθινοπωρινό τοπίο.

Στα κλασικά χρόνια (Δεν είναι αυτό που νομίζεις, να σου εξηγήσω ... )

Ο Κλεισθένης μόλις είχε πάρει το πρωινό του μπάνιο. Φόρεσε τα
ανοιχτόχρωμα σανδάλια του με ένα ασορτί λευκό χιτώνα, έβαλε μερικά
φω-μπιζού να σπάσει η μονοτονία, χτένισε το λουσμένο με λάδι και γάλα
πλούσιο μαλλί του, χαιρέτησε την Ελπινίκη τη γυναίκα του σπάζοντας με
χάρη τον καρπό του και βγήκε για την καθημερινή του βόλτα στην αγορά.

Η Αθήνα έσφυζε από ζωή. Χαλκουργοί, κεραμίστες, πλανόδιοι ποιητές,
ρήτορες, παπατζήδες και εκατοντάδες άλλοι μικροεπαγγελματίες γέμιζαν
τα πλακόστρωτα σοκάκια. Ήταν η τέλεια εποχή να είσαι άντρας σαν τον
Κλεισθένη, για τον πολύ απλό λόγο ότι δεν είχε ανάγκη τις γυναίκες.
Σύντροφοι του στον έρωτα ήταν οι φίλοι του, ο Εμπεδοκλής, ο Κριτίας, ο
Πρωταγόρας και πολλοί άλλοι. Μαζί γυμνάζονταν τα πρωινά γυμνοί
αλίμενοι με λαδί, μαζί σύχναζαν τα βράδια στα καπηλειά, μαζί
τριγυρνούσαν στα στάδια και τις παλαίστρες και μαζί ξεδιψούσανε την
ερωτική τους λαχτάρα όποτε ένιωθαν την ανάγκη. Απλά και τίμια, χωρίς
σκέρτσα και παιχνίδια. Τις παλιές εποχές που οι άντρες πήγαιναν μόνο
με γυναίκες για ευχαρίστηση ήταν δράμα η κατάσταση. Για να πείσεις
αυτά τα παράξενα πλάσματα να χαρούν μαζί σου τον έρωτα έπρεπε να
καταφύγεις σε ηλίθιες κολακείες, ρομαντικές παπαρολογίες και
απίστευτες υποσχέσεις. Με τους άντρες το όλο θέμα ήταν πολύ
απλούστερο. Τον χρόνο που κέρδιζαν μη δίνοντας σημασία στα ελαφρόμυαλα
θηλυκά τον αφιέρωναν σε συζητήσεις και προβληματισμούς, με αποτέλεσμα
την εντυπωσιακή ανάπτυξη εκείνη την εποχή της φιλοσοφίας, των
μαθηματικών, της φυσικής, της αστρονομίας και πολλών άλλων επιστημών.

Είχε μεσημεριάσει όταν ένα διερχόμενο καγκουροάρμα με φαρδιά λάστιχα
και πειραγμένο άλογο παραβίασε το μονόδρομο, πέρασε δίπλα από τον
Κλεισθένη και πέφτοντας σε μια λακκούβα με βρομόνερα του λέρωσε τον
κατάλευκο χιτώνα. Α ρε παπάρα Περικλή σκέφτηκε, να μου κοπεί το χέρι
αν σε ξαναψηφίσω, όλο αγάλματα και μνημεία γέμισες την Αθήνα αλλά οι
λακκούβες-λακκούβες. Δεν μπορούσε να πάει με βρόμικο χιτώνα στο
συμπόσιο που τον είχαν προσκαλέσει το μεσημέρι, θα τον χλεύαζε αυτή η
κουτσομπόλα ο Ερατοσθένης και θα γινόταν ρόμπα την επόμενη στις
κοσμικές στήλες. Γύρισε στο σπίτι να αλλάξει. Άνοιξε την βαριά ξύλινη
πόρτα και αντίκρισε το αποτρόπαιο θέαμα. Η γυναίκα του η Ελπινίκη και
αυτός ο άθλιος αγροίκος ο δούλος ο Αζίζ με τα βρόμικα νύχια και την
πιτυρίδα ήταν στο πάτωμα και πηδιόντουσαν σαν αδέσποτα σκυλιά.

Ο Αζίζ δεν ήταν πολιτισμένος, ήταν ένας απλός μαυριδερός χωριάτης από
τα βάθη της Μικράς Ασίας που προτιμούσε να πηγαίνει με γυναίκες,
ενάντια στο ρεύμα της εποχής. Ο Κλεισθένης το θεώρησε ζήτημα τιμής.
Αναφώνησε ένα αυστηρό «αίσχος», έριξε ένα χλιαρό χαστούκι στην
κατακόκκινη από ντροπή γυναίκα και είπε στον Αζίζ να μαζέψει τα
πράγματα του και να φύγει. Θα τον έστελνε να δουλεύει μόνιμα στο κτήμα
του έξω από τα Μέγαρα.

Ηλίθιε Κλεισθένη. Τι σε ένοιαξε που η γυναίκα σου περνούσε την ώρα της
με αυτόν τον βάρβαρο; Ήταν όλη μέρα μόνη της στο σπίτι και
αργογερνούσε. Τι πειράζει που τα παιδιά σας ήταν λίγο μαυριδερά; Δεν
το είχε προσέξει κανείς. Ζούσες σε ένα παράδεισο χωρίς γκρίνιες
μουρμούρες και βαρετές σπιτικές ασχολίες και τον γκρέμισες για μια
ηλίθια αξία όπως η τιμή.

Το βράδυ ο Κλεισθένης δεν είχε όρεξη για βόλτες και καπηλειά. Έμεινε
σπίτι πίνοντας κρασί. Η Ελπινίκη έβραζε μέσα της, δεν θα άντεχε να ζει
χωρίς την χαρά που της πρόσφερε απλόχερα αυτός ο άπλυτος μαυριδερός
χωριάτης με την σεξουαλική ιδρωτίλα. Αποφάσισε να πάρει την εκδίκηση
της. Θα τιμωρούσε αυτόν τον μαλθακό ντιγκιντάγκα που της έδωσαν για
σύζυγο. Το κώνειο στο τελευταίο ποτήρι κρασί του Κλεισθένη δεν άργησε
να δράσει. Όταν τα άκρα του άρχισαν να μουδιάζουν και κατάλαβε τι είχε
συμβεί ήταν πλέον αργά. Ένα δραματικό «Γιατί μωρή σκρόφα;» ήταν οι
τελευταίες λέξεις που κατάφερε να ψελλίσει. Σε λίγα λεπτά το ωχρό
χρώμα του θανάτου είχε πάρει τη θέση του ροδοκόκκινου στα μάγουλα του.

Στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (χαίρε Καίσαρ)

Ο Κλαύδιος ήταν ένας ένα από τους 98 προσωπικούς υπηρέτες του Καίσαρα.
Όλη μέρα τον ακολουθούσε διακριτικά ικανοποιώντας τις αυτοκρατορικές
διαταγές του. Εντάξει, ήταν λίγο ιδιότροπος, αλλά τι να κάνεις;
Καίσαρας ήταν αυτός. Καμιά φορά τα βράδια φορούσε εμπριμέ κελεμπίες
και έκανε κωλοτούμπες στους διαδρόμους απαγγέλλοντας στίχους ή άλλοτε
άλειφε το κορμί του με τυρόγαλο και χοροπηδούσε τραγουδώντας
σουξεδάκια της εποχής. Πολλοί τον έλεγαν τρελό, σαλεμένο,
αλαφροΐσκιωτο, χοντρομπουχέσα, σαπιοκοιλιά και χοντρολολό. Πάντα όμως
από μέσα τους. Δεν ήθελε και πολύ να βρεθείς σταυρωμένος σε κανένα
λόφο και ήταν μεγάλο μαρτύριο να έχεις φαγούρα στις μασχάλες και να
μην μπορείς να ξυστείς.

Η μόνη παρηγοριά στην μονότονη ζωή του Κλαύδιου ήταν μια μαύρη
χορεύτρια από την Αιθιοπία που πλαισίωνε το αυτοκρατορικό μπαλέτο. Δεν
της είχε μιλήσει ποτέ, ούτε ήξερε το όνομα της. Την έβλεπε μόνο από
μακριά να χορεύει στον βαριεστημένο Καίσαρα που την κοιτούσε
μπουκωμένος με ψητό χοιρομέρι, χαρούπια και σπλινογάρδουμο. Ένιωθε ένα
βαθύ έρωτα και μια απέραντη αγάπη για αυτήν την μαύρη καλλονή κι ας
μην την γνώριζε. Το μόνο πράγμα που έδινε νόημα στην ζωή του ήταν οι
λίγες στιγμές κάθε μέρα που θα την έβλεπε να χορεύει με λαγνεία στον
υπέρβαρο αυτοκράτορα.

Ένα βράδυ σαν όλα τα άλλα ο Καίσαρας κάλεσε την όμορφη Αφρικάνα να του
χορέψει. Είχε νεύρα εκείνη τη μέρα. Κάποιος συγκλητικός δεν είχε
γελάσει αρκετά τρανταχτά σε ένα από τα αστεία του. Θεέ μου τι
προσβολή. Τον έστειλε να γίνει κωδικός στο κουπόνι του Ρωμαϊκού ΠΡΟΠΟ
(312: Στρουμπουλός αυλικός- Λιοντάρια Κένυας 0-2). Η μαυρούλα που
έφερνε λίγο στην Χάλι Μπέρυ άρχισε να χορεύει προκλητικά ώσπου
ξαφνικά, χωρίς να το περιμένει κανείς, έγινε το κακό. Με μια αδέξια
κίνηση έπεσε πάνω στον Καίσαρα χύνοντας το κρασί του πάνω στην
ολοκαίνουργια Γόργιους Αρμάνιους σατέν κάπα του. Ο Καίσαρας
νευριασμένος την χαστούκισε δυνατά και την έπιασε από το λαιμό με
άγριες διαθέσεις. Ο Κλαύδιος που παρακολουθούσε την σκηνή από μακριά
θόλωσε. Μα πως μπόρεσε ο άθλιος σαπιοκοιλιάς να χαστουκίσει αυτό το
λουλούδι; Έχοντας χάσει την ικανότητα λογικής σκέψης όρμησε στον
Καίσαρα ουρλιάζοντας με σκοπό να υπερασπιστεί την αδύναμη νέα (ήθελε
να το παίξει ιππότης πριν καν την εποχή των ιπποτών ο μαλάκας). Την
επόμενη μέρα που συνήλθε είδε τον εαυτό του δεμένο πάνω στον σταυρό
και μια δεκαριά κοράκια να τον περιτριγυρίζουν. Δεν θα αργούσε το
γεύμα τους.

Στην ηρωική επανάσταση (έρωτας και προδοσία κάπου κοντά στο Σούλι)

Ο Νικήτας ήταν το πρωτοπαλίκαρο και ο πρώτος σκόρερ στο ασκέρι του
Καπετάν Δημητρού. Είχε πάνω από 75% ευστοχία με το καριοφίλι, έχοντας
φάει 67 Τουρκαλαβανούς, ενώ είχε χαλάσει και πάνω από 50 μεμέτηδες του
Μουσταφά Πάσα με το γιαταγάνι του. Οι οχτροί άκουγαν το όνομα του και
έκλαναν πόμολα. Σκιάζονταν το θανατηφόρο του βόλι και λέρωναν τα
βρακιά τους στη θέα του τσιγκελωτού του μουστακιού, της μπορντό
φούντας του τσαρουχιού του και της ασιδέρωτης φουστανέλας του.

Όσο καλός όμως ήταν στην φωτιά και τον πόλεμο τόσο αγαθός και
ντροπαλός ήταν με τις γυναίκες. Από μικρό παιδί αγαπούσε την Μπίλιω
την όμορφη κόρη του Παπά χωρίς όμως να της έχει πει ποτέ τίποτα. Μόνο
που την έβλεπε έτρεμε σαν τσιπούρα με πάρκινσον έξω από το νερό. Η
Μπίλιω πάλι αγαπούσε τον Καπετάν Δημητρό και ήταν λογοδοσμένη σε
αυτόν. Κάθε μεσημέρι την ώρα που το ασκέρι ξαπόσταινε αποκαμωμένο
ερχόταν στα βράχια και του έφερνε ψωμί και νερό αναπτερώνοντας του το
ηθικό με ένα καλό λόγο (ή κανένα γρήγορο μπαλαμούτι πίσω από τους
θάμνους). Στον Νικήτα δεν έλεγε ποτέ κουβέντα εκτός από ένα ξερό
καλημέρα και αυτό σπάνια.

Κάθε μεσημέρι την έβλεπε να αγκαλιάζει τον Δημητρό και τον έπιανε
τρέλα. Το μυαλό του θόλωνε και μουρμούριζε ακατανόητα λόγια και
βρισιές. Δεν άργησε πολύ η τρέλα να φουντώσει και να του σαλέψει το
μυαλό. Έτσι οι αλλοπρόσαλλες σκέψεις έγιναν σιγά σιγά σατανικά σχέδια.
Θα άλλαζε τακτική, θα την αποκτούσε πάση θυσία ακόμα και αν έκανε
συμφωνία με το διάβολο. Η απόφαση του αυτή δεν άργησε να τον φέρει ένα
βράδυ άοπλο έξω από το Σεράι του Μουσταφά πασά. Η συμφωνία των δύο
αντρών ήταν δίκαιη. Ο Νικήτας θα οδηγούσε μια ομάδα Τουρκαλαβανών στο
απόρθητο ορεινό χωριό μέσα από ένα μυστικό μονοπάτι βάζοντας τέλος
στην πολύμηνη πολιορκία. Ο Μουσταφά πασάς πάλι, θα σκότωνε τον Καπετάν
Δημητρό, θα έπιανε την Μπίλιω αιχμάλωτη και θα του την έδινε να την
παντρευτεί και να ζήσουν μαζί σε ένα μεγάλο κτήμα που θα του
παραχωρούσε σε κάποια περιοχή με θερμό κλίμα και καλό συντελεστή
δόμησης.

Την άλλη μέρα ξεκίνησαν για την αποστολή τους, μπροστά ο Νικήτας και
πίσω οι Τούρκοι. Ήταν θέμα χρόνου να φτάσουν στο χωριό από το μυστικό
πέρασμα και να τσακίσουν το ασκέρι του Καπετάν Δημητρού επιτιθέμενοι
από πίσω τους. Το μισό σχέδιο είχε ήδη πετύχει. Τώρα έπρεπε να ψάξει
να βρει την Μπίλιω. Κάποιες γυναίκες άκουσε ότι πήδηξαν χορεύοντας
καρσιλαμά από ένα βράχο για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων ενώ
κάποιες άλλες είχαν κλειστεί μαζί με τα παιδιά και κάποιους γέροντες
στην πυριτιδαποθήκη του Προφήτη Ηλία. Έτρεξε σαν Σπρίντερ 100 μέτρων
με προπονητή τον Τζέκο μέχρι την αποθήκη στο ξωκλήσι για να την βρει.
Δυστυχώς όμως τότε δεν κυκλοφορούσαν ιστορικά βιβλία. Αν είχε διαβάσει
έστω και ένα θα ήξερε πως ποτέ δεν μπαίνεις σε πυριτιδαποθήκη με
απελπισμένα γυναικόπαιδα κλεισμένα μέσα. Μπήκε όμως ο σαλεμένος βλάχος
με την ασιδέρωτη φουστανέλα και ήταν μοιραίο να του συμβεί το κακό.
Ποιος ξέρει, ίσως να ήταν και θεία δίκη. Λέγεται πως μόνο στην έναρξη
των Ολυμπιακών αγώνων 200 χρόνια μετά έπεσαν φαντασμαγορικότερα
πυροτεχνήματα στην Ελλάδα. Το μόνο πράγμα που έμεινε για να θυμίζει
τον Νικήτα ήταν η θρυλική μπορντό φούντα του τσαρουχιού του που
βρέθηκε 150 χρόνια μετά από κάτι χίπηδες τουρίστες σε μια κοντινή
ρεματιά.

Στο έπος του 40 (στον έρωτα και στον πόλεμο ... )

Ο Χανς δεν ήταν ποτέ οπαδός του Χίτλερ. Δεν του άρεσε η φασιστική
θεωρεία ούτε το ηλίθιο μουστάκι του. Προτιμούσε να διαβάσει ποίηση και
να πηγαίνει τα βράδια στην όπερα. Ο Πόλεμος όμως ήταν γεγονός και το
1941 τον βρήκε να υπηρετεί την Γκεστάπο ως διοικητής της κομαντατούρ
σε κάποιο κατσικοχώρι στην Ελλάδα. Εκεί γνώρισε την όμορφη Κατερίνα με
το μαύρο καρέ μαλλί και τα μπλε μάτια. Ο αδερφός της ο Γιακουμής είχε
σκοτωθεί στο Αργυρόκαστρο (έπεσε από μια βερικοκιά) και πάλευε μόνη
της να θρέψει τα 9 μικρότερα αδέρφια, τον κουλό καρδιακό πατέρα με τα
3 bypass και την ζαβλακωμένη από τις γέννες μάνα της.

Την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά και δεν άργησε να της προτείνει να
πιάσει δουλειά ως γραμματέας στη κομμαντατούρ. Αυτή δέχτηκε και από
τότε οι μέρες κυλούσαν πανέμορφα για τον τρυφερό γκεσταμπίτη και την
όμορφη Ελληνοπούλα. Τα πρωινά πήγαιναν στη ρεματιά για την καθημερινή
ενημέρωση από τον κουκουλοφόρο προδότη, τα μεσημέρια έκαναν μαζί τα
ψώνια τους από το μπακάλικο του Λάμπη του μαυραγορίτη και τα
απογεύματα έπαιρναν την μαύρη υπηρεσιακή μερσεντές και πήγαιναν βόλτα
να δουν το ηλιοβασίλεμα ή καμιά εκτέλεση πατριωτών.

Εκείνο το απόγευμα ο Χανς είχε ραντεβού με τον διοικητή του διπλανού
κατσικοχωρίου και έπρεπε να πάει μόνος. Στα μισά του δρόμου όμως τον
έπιασε κόψιμο (ποιος ξέρει πόσα χρόνια είχε το παριζάκι στο κελάρι ο
Λάμπης). Έτσι αποφάσισε να γυρίσει στην κομμαντατούρ να αλαφρώσει για
να πάει απερίσπαστος στη συνάντηση. Κατέβηκε από τη μερσεντές
χαιρέτησε φασιστικά τον φρουρό που του βάρεσε μια εκκωφαντική προσοχή
και μπήκε στο γραφείο του. Αυτό που αντίκρισε του έκοψε τα γόνατα. Η
Κατερίνα με μια μικροσκοπική φωτογραφική μηχανή στο χέρι, είχε απλώσει
τα απόρρητα έγγραφα της Γερμανικής αντικατασκοπίας στο γραφείο και τα
φωτογράφιζε. Έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του. Έκατσε στην πολυθρόνα
του αποσβολωμένος με το βλέμμα στο άπειρο. Έμεινε εκεί απαθής καθώς η
Κατερίνα έβγαζε από την τσάντα της ένα μικροσκοπικό πιστόλι και βίδωνε
αργά και ψύχραιμα τον σιγαστήρα. Την κοίταξε βουρκωμένος και αμίλητος
καθώς αυτή με παγωμένο βλέμμα του φύτευε μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια

Γι' αυτό σου λέω φιλαράκι, εσύ είσαι από τους τυχερούς. Έχεις όλα τα
χρόνια μπροστά σου να ξαναφτιάξεις την ζωή σου και να βρεις την σωστή
γυναίκα.

Άντε σήκω, πάμε να κεράσω καφεδάκι. Ψιτ, φίλε; Δεν ακούς; Γιατί δε
μιλάς; Γιατί είσαι έτσι χλωμός και ακίνητος; Εμ βέβαια, κάθεσαι τόση
ώρα βρεγμένος στην παγωνιά και ακούς ηλίθιες ιστορίες. Τι περίμενες;

Καλά να πάθεις όμως, εγώ στα είχα πει. Ο έρωτας σκοτώνει ηλίθιε!!!

Άντε, ζωή σε λόγου μας.

http://www.zortal.gr/modules/news/article.php?storyid=1392

--
Η Έβελυν (Jokes-Robot(@)ceid.upatras.gr) γράφει :
Κάθε σκυλί έχει τη μέρα του, αλλά οι νύχτες ανήκουν στις γατούλες.
________________________________________________________________________
          Joke of the Day ... Ελληνική Λίστα Ανεκδότων
             https://anekdota.duckdns.org
        ___ Η JotD βγαίνει σε Ελληνικά και Greeklish ___
________________________________________________________________________

Γραφτείτε και εσείς στην Ελληνική Λίστα ανεκδότων (JotD) και στείλτε τα ανέκδοτά σας!!!

Επιστροφή στον κεντρικό κατάλογο αυτού του αρχείου