JotD / QotD Ελληνική Λίστα Ανεκδότων (JotD)


Θέμα: H πρώτη επαφή μου με το Διαδίκτυο ήταν κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '80.



(nil): Νυχτολούλουδο (nixtolouloudo(@)gmail.com)
Ημερομηνία: Σαβ 18 Φεβ 2006 - 15:36:33 EET

H πρώτη επαφή μου με το Διαδίκτυο ήταν κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '80.

Εντάξει, το τότε Διαδίκτυο δεν είχε σχέση με το σημερινό, δεν το
ονομάζαμε καν Internet, κάποιοι «μοναχικοί» υπολογιστές ήταν
συνδεδεμένοι στο X.25, μερικοί ακόμα πιο «μοναχικοί» ήταν συνδεδεμένοι
στο Internet, κάποιοι δεν ήταν συνδεδεμένοι πουθενά και απαντούσε μόνο
ένα modem και κάποιοι «παλαβοί» σαν εμένα προσπαθούσαν να κάνουν
διάφορα μαγικά σε ένα modem (της κακιάς ώρας).

Το ονομάζαμε απλά, νέτα - σκέτα Δίκτυο ή Online .

Όσο και αν έχω υπερεκτιμήσει και ωραιοποιήσει εκείνες τις ημέρες θα
πρέπει να πω, ότι τότε δεν είχες και πολλά να κάνεις εκεί. Εντάξει,
τριγυρνούσες από υπολογιστή σε υπολογιστή, χάζευες μερικά texts,
έβρισκες και καμιά εικόνα της συμφοράς, μιλούσες με κάποιον εξίσου
πυροβολημένο με εσένα σε κάποιο chat system και εξασκούσες τις
ικανότητές σου στο να πηγαίνεις σε μέρη που δεν επιτρεπόταν.

Τα βράδια μου χαρακτηρίζονταν από άπειρα login-logout. Και φυσικά από
άπειρα hangup. Οι φοβερές και τρομερές γραμμές του ΟΤΕ δεν μπορούσαν
να αντέξουν για πολύ ώρα την 300bps σύνδεσή μου.

Ακούγεται αρκετά μαζοχιστικό, το ξέρω. Όντως ήταν τυραννία, αλλά όσο
μυαλό μου έλειπε, τόσο πείσμα μου περίσσευε. Το είχα δει σαν προσωπική
μονομαχία με τον OTE, «dialing....connect... login... logout...
telnet... login... NO
CARRIER!!!....@#$%@#~#!!!£CX@#$#!!...dialing....»

Με όλα αυτά δεν θέλω να δηλώσω γκουρού, δεν είμαι γκουρού, απλά έτυχε
εκείνη την εποχή, την εποχή της Δικτυακής «φτώχιας» να είμαι εκεί. Και
να έχω πείσμα.

Πείσμα είχα, e - mail δεν είχα, ήταν η εποχή των ψιλοπαρανόμων.

Τα χρόνια κυλούσαν λοιπόν και εγώ εξακολουθούσα τη μάχη μου με τον ΟΤΕ
και τα login που μου αντιστέκονταν. Στις αρχές της δεκαετίας του '90,
το Internet άρχισε να γίνεται Internet, ο ΟΤΕ άρχισε να μου
αντιστέκεται λιγότερο και γύρω μου ένιωθα όλο και περισσότερους
πυροβολημένους.

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας, ζούσα μέσα στην αυταπάτη, το Internet
ήταν δικό μου, ήταν η κρυψώνα μου, ήταν το μυστικό μου, ήταν οι
μακρινοί μου περίπατοι, ήταν οι φίλοι που ποτέ δεν συνάντησα. Με λίγα
λόγια ήταν πολύ καλά. Εγώ είχα χαρακτηριστεί από γνωστούς, φίλους και
συνεργάτες σαν «βλαμμένη» και με είχαν αφήσει στην ησυχία μου, χωρίς
να απασχολούν την τηλεφωνική μου γραμμή με ανόητες φλυαρίες. Άλλωστε η
μόνη φλυαρία που ανεχόμουν τότε από το τηλέφωνό μου ήταν το σφύριγμα
τουmodem.

Το 1995 - 96 ξαφνικά όλοι ανακάλυψαν το Internet. Δηλαδή πρώτοι το
ανακάλυψαν οι δημοσιογράφοι και άρχισαν να γράφουν κατεβατά ολόκληρα
εκστασιασμένοι με το Διαδίκτυο, το οποίο ελάχιστοι από αυτούς είχαν
αντικρίσει. Οι εφημερίδες έκαναν ειδικές εκδόσεις για το Δίκτυο, το
διαφήμιζαν, το εκθείαζαν, παραινούσαν τους πάντες να ασχοληθεί μαζί
του, «Internet ή Θάνατος» (η υπερβολή που χαρακτηρίζει τη φυλή μας).

Παρουσίαζαν το Internet σαν κάτι μαγικό, σαν την λύση σε πάσα νόσο και
πάσα μαλακία, σαν το απόλυτο μέσο επικοινωνίας, σαν το μέρος που θα
έβρισκες τους πιο coolάτους και in τύπους (όχι εμένα φυσικά, εγώ
παρέμενα «βλαμμένη»).

Οι on-lineπαρουσίες άρχισαν να πληθαίνουν, στριμώγνονταν όλοι σε ένα
μέσο που στην Ελλάδα τουλάχιστον δεν ήταν έτοιμο να τους δεχτεί. Η
φάση ήταν ταλαιπωρία, δεν υπήρχαν γραμμές, δεν υπήρχε υποδομή, δεν
υπήρχε τίποτα, μόνο κάποιοι κύριοι υπήρχαν που εισέπρατταν συνδρομές,
αλλά όπως φάνηκε είχαν τρύπιες τσέπες. Οι δημοσιογράφοι όμως το χαβά
τους.

Κάπου εκεί έπαθα φρίκη. Φαντάστηκα το Internet γεμάτο από λευκά κολάρα
και γραβάτες. Το «Δικό μου» Internet, γεμάτο άσχετους, διαφημιστάδες,
διαφημιζόμενους, αγοραστές, ξενέρωτους, εφημερίδες, πορνό-περιοδικά,
εμπορευόμενους και εκπορνευόμενους.

Έγραψα τότε ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στο πρώτο και τελευταίο
τεύχος του e-zine @tick. Μίλαγα για τις όμορφες μέρες που μόνο
πυροβολημένοι και τεχνολάγνοι ήταν on-line, φώναζα στους διαφημιστάδες
να φύγουν γιατί το Inet δεν ήταν TV και δεν θα γινόταν TV. Έβγαλα τους
φόβους μου έναν - έναν στο html. Οι απαντήσεις ήρθαν γρήγορα, οι
νεόκοποι μου έλεγαν «cool-άρησε και μην επιτίθεσαι», οι πιο παλιοί μου
έλεγαν «πάρτους τα κεφάλια». Οι περισσότεροι με κατηγόρησαν για
αναίτια επίθεση, εγώ έλεγα ότι είναι η σκληρότητα του ζώου που
αμύνεται. Μετά η όλη φάση ξεχάστηκε.

Οι διαφημιστάδες άργησαν να έρθουν.

Cool-άρησα και εγώ σιγά - σιγά, η μάχη με τον ΟΤΕ είχε λήξει με νίκη
υπέρ μου (σταμάτησαν τα NO CARRIER και πλάκωσε η χρονοχρέωση),
παρηγορούσα τον εαυτό μου λέγοντας «το Inet είναι άναρχο, δεν θα γίνει
TV». Έλεγα και άλλα βαθυστόχαστα, έλεγα «δεν θα μας πάρουν το
Internet, όπως μας πήραν το ραδιόφωνο και το cinema». Παρηγοριές στον
άρρωστο ήταν όλα αυτά.

Οι διαφημιστάδες άργησαν να έρθουν.

Τα πρώτα χρόνια το Internet ήταν για αυτούς κάτι το κατάπτυστο, το
γεμάτο παιδική πορνογραφία και nerds που δεν είχαν χοντρό πορτοφόλι
για να αγοράζουν τα σκουπιδο-αγαθά τους on-line. Τα φρικιά δεν έχουν
πιστωτική κάρτα έλεγαν και συνέχιζαν να μεγαλουργούν στην TV.

Και όσο έμεναν αυτοί στην TV, εγώ τριγυρνούσα χαρούμενη και ελαφρά
ανήσυχη και γνώριζα ανθρώπους. Ο χαρακτηρισμός «βλαμμένη», έφερνε
κοντά μου όλους αυτούς που πάθαιναν ένα κάτι με το Internet, την
ελευθερία του λόγου, την ομορφιά που ακτινοβολούσε η άναρχη δομή του.
Δήλωναν πίστη και υποταγή στο Διαδίκτυο, δήλωναν ότι θα πολεμήσουν
μέχρι τελευταίας ρανίδας για να μην γίνει εμπορικό, εμπορεύσιμο, για
να μην γίνει μια γελοιότητα. Φορούσαν καρφιτσούλες με blue ribbon,
υποστήριζαν τους hackers, έχυναν δάκρυα, ιδρώτα και μελάνι για τα
ιδανικά τους, δήλωναν επαναστάτες, δημοσιογράφοι ταγμένοι υπέρ της
μεγάλης ιδέας του Δια-δικτύου.

Επαναστάτες άνευ ουσίας.

Το Internet ακόμα δεν είχε λεφτά, και οι διαφημιστάδες δεν είχαν έρθει.

Και ξαφνικά ο μεγαλύτερος υπέρμαχος όλων, ο κύριος «καθαρά χέρια»
έκοψε τη κοτσίδα. Εγώ στον εικονικό κόσμο μου. Δεν συνδύασα το
γεγονός, δεν είπα την αγαπημένη μου ατάκα: «Και οι χίπηδες έγιναν
κουρείς, και αυτοί που σύχναζαν στα Προπύλαια έγιναν μπάτσοι». Ούτε
αφυπνίστηκα όταν ο ίδιος «αγνός επαναστάτης» μίλησε σε κάποιο κείμενό
του για την εποχή του X.25 σαν να την είχε ζήσει, ενώ ούτε στο πιο
υγρό όνειρό του δεν την είχε δει.

Οι Διαφημιστάδες ήταν προ των πυλών, το Internet μύριζε χρήμα, εγώ
μονίμως συναχωμένη δεν κατάλαβα τίποτα. Οι αγνοί επαναστάτες τάχθηκαν
υπέρ των διαφημιστάδων σαν τα πιστά σκυλιά και ξέχασαν ποιος είναι
ποιος και τι είναι το Διαδίκτυο.

Το Web γέμισε διαφημίσεις, γέμισε εμπορικά sites, γέμισε Τράπεζες,
γέμισε Πύλες, γέμισε σκουπίδια. Ουσία καμία, ουσία είχε μόνο ο
μετρητής που μέτραγε τα Impressions και μέτραγε τα cents και τις
δραχμούλες που θα εισέπρατταν σε κάθε View των banners.

Το προσπέκτους κάποιου προϊόντος ονομάστηκε εκπαιδευτικό περιεχόμενο,
το slogan ονομάστηκε «σοφία και γνώση», ο ορίζοντας γέμισε γραβάτες,
γέμισε καιροσκόπους, γέμισε μετρητές που καταμετρούν views.

Τα πάντα πλέον έχουν τιμή και πωλούνται. Πωλούνται sites, πωλούνται
views, πωλούνται λίστες με προσωπικά στοιχεία, πωλούνται bytes,
πωλούνται συνειδήσεις.

Εμφανίζονται διάφοροι βαθυστόχαστοι και υποτίθεται σοβαροί κύριοι και
μιλούν για 1 εκατομμύριο Έλληνες χρήστες μέχρι το τέλος του 2000 και
πανηγυρίζουν οι διαφημιστές και οι εμπορευόμενοι. Μην νομίζετε, δεν
πανηγυρίζουν γιατί το Internet θα διαδοθεί και η γνώση και η
πληροφορία θα φτάσει σε όλους. Πανηγυρίζουν γιατί θα μπορούν να
μετράνε περισσότερες δραχμές από τα views.

Πανηγυρίζουν όμωςπερισσότερο γιατί η άναρχη δομή του Δικτύου τους
επέτρεψε να φέρουν μαζί τους την σάπια νοοτροπία που κουβαλούν από τα
άλλα μέσα. Νοοτροπία που στηρίζεται στο καπέλωμα, το φίμωμα, τους
εκβιασμούς, το ξεπούλημα ιδεών, την τέχνη του super market.

Το πρώτο καιρό δεν έδωσα σημασία, τους περίμενα τόσο χρόνια, ήταν η
φοβία μου τόσα χρόνια που όταν τους αντίκρισα δεν ήξερα αν έπρεπε να
ασχοληθώ μαζί τους ή να τους αγνοήσω. Άλλωστε κανείς δεν με είχε
διορίσει φύλακα των αξιών του Internet.

Τα τελευταία χρόνια έλεγα συχνά: «Mess with the best, die like the
rest». Και επ' ουδενί δεν μπορούσα να τους χαρακτηρίσω ως «best» για
να τους δώσω σημασία.

Σιγά - σιγά συνήθισα και πρόσεχα στους «περιπάτους» μου στο Internet
που πατώ και ποιες πόρτες χτυπάω. Έμαθα να το χαρτογραφώ, να λέω όχι
από εκεί, εκεί έχει σκουπίδια, ούτε από εκεί, εκεί θα με πνίξουν στις
διαφημίσεις, αν είναι να βλέπω τέτοιες σελίδες καλύτερα να ανοίξω τη
τηλεόραση. Συχνά παραπονιόμουν ότι δεν είχε τίποτα να δω, δεν υπήρχε
τίποτα να με απασχολήσει.

Όχι, το Internet δεν το θεωρώ πια «δικό μου», ποτέ δεν θα ήθελα δικό
μου κάτι τέτοιο. Δικό μου είναι το κομμάτι που σκεπάζει το Alternative
Factor. Ένα απειροελάχιστο κομματάκι του Διαδικτύου το οποίο συνήθως
με κάνει δυστυχισμένη. Δυστυχισμένη γιατί μιας και το υλικό το μαζεύω
ή το γράφω εγώ, δεν έχει τίποτα καινούριο για μένα να διαβάσω.

Υπάρχουν όμως άλλα κομματάκια του Δικτύου που με κάνουν να νιώθω καλά.
Οι μικρές ιδιοκτησίες ανθρώπων που πίστεψαν σε αυτό και έφτιαξαν sites
περιεχομένου γνωρίζοντας ότι ποτέ δεν θα γίνουν πλούσιοι από αυτά ή
ότι ποτέ δεν θα αμειφθούν για τη δουλειά που κάνουν. Τα επισκέπτομαι
σχεδόν συνέχεια και νιώθω καλά εκεί, εξίσου καλά σαν να επισκέπτομαι
τα σπίτια φίλων.

Δεν ξέρω αν το κείμενο αυτό σας φαίνεται οργισμένο ή μελαγχολικό, πριν
μερικά χρόνια θα είχα γράψει σίγουρα κάτι απόλυτα οργισμένο. Δυστυχώς
μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας το πρώτο πράγμα που χάνουμε δεν είναι η
αθωότητα αλλά η οργή, την αθωότητα μας συνήθως την κρατάμε κάπου καλά
φυλαγμένη.

Ίσως κάποιοι να αναρωτιέστε γιατί τα γράφω όλα αυτά, γιατί αναφέρομαι
πάλι στο Internet του Λαού. Αυτή τη φορά δεν θα πω όποιος κατάλαβε -
κατάλαβε και οι υπόλοιποι ας το καταχωρίσουν στα ακατανόητα που λέω
κατά καιρούς. Αυτή τη φορά θα πω ότι αναφέρομαι σε αυτό που μας
«έκλεψαν». Είναι βαριά κουβέντα, δεν λέω, αλλά είναι αληθινή.

Η Νεράϊδα των Δοντιών
Σταυρούλα Βεντούρι
altfactor(@)altfactor.gr

Υ.Γ. Το κείμενο αυτό το αφιερώνω σε εσένα. Σε εσένα που σε θεωρώ φίλο
μου και ας μην στο έχω πει ποτέ. Σε εσένα που είσαι ένας από τους
ελάχιστους που έχω πλέον εμπιστοσύνη. Σε εσένα που δεν πρόδωσες τα
λεγόμενα και τα ιδανικά σου. Σε εσένα που πριν λίγες μέρες είπες «μην
με πιάσει το αριστερό μου τώρα...».
Να σε πιάσει, να σε πιάσει το αριστερό σου, να με πιάσει η οργή μου.
Την οργή μας πρέπει να την κρατήσουμε, να την διαφυλάξουμε, να την
δείχνουμε, γιατί αλλιώς θα μας φάνε οι λύκοι. Και όταν λέω λύκοι δεν
μιλάω για τα αξιαγάπητα τετράποδα του δάσους που τείνουν σε εξαφάνιση,
δεν μιλάω για τα «παιδιά της νύχτας». Μιλάω για τα αξιοθρήνητα δίποδα,
αυτά που πιστεύουν ότι φορούν γραβάτα, ενώ φορούν σαλιάρα. Αυτά τα
δίποδα που μας απειλούν με τα φαφούτικα ζέχνοντα στόματά τους. Να
δείξουμε την οργή μας, να την δείξουμε, γιατί αλλιώς θα μας πάρουν και
το Internet.

--
Η Έβελυν (Jokes-Robot(@)ceid.upatras.gr) γράφει :
Πάντα θα βρίσκεις κάτι στο τελευταίο μέρος που θα ψάχνεις.
________________________________________________________________________
          Joke of the Day ... Ελληνική Λίστα Ανεκδότων
             https://anekdota.duckdns.org
        ___ Η JotD βγαίνει σε Ελληνικά και Greeklish ___
________________________________________________________________________

Γραφτείτε και εσείς στην Ελληνική Λίστα ανεκδότων (JotD) και στείλτε τα ανέκδοτά σας!!!

Επιστροφή στον κεντρικό κατάλογο αυτού του αρχείου