JotD / QotD Ελληνική Λίστα Ανεκδότων (JotD)


Θέμα: Divine



(nil): Nikos Tsekhs (ntsekhs(@)gmail.com)
Ημερομηνία: Παρ 01 Δεκ 2006 - 10:07:21 EET

Divine
(αφιερωμένο εξαιρετικά σ' Εσένα- ξέρεις εσύ)

Την είδα ένα πρωί που πήγαινα στο περίπτερο της πλατείας να αγοράσω
τσιγάρα. Φορούσε μακριά, μαύρη φούστα, τα μαλλιά της ένας αυστηρός
κότσος, γυαλιά μαύρα κοκάλινα. Το πρόσωπό της κάτασπρο, δυο μαύρα
μάτια τόνιζαν την αντίθεση, το δέρμα της εξίσου άσπρο- όσο μπορούσα
δηλαδή να κρίνω από τα χέρια και τους αστραγάλους της γιατί η υπόλοιπη
ήταν καλυμμένη όχι μόνο από ύφασμα αλλά και από εκείνη την ουσία που
κάνει τη σάρκα αόρατη και πωλείται δωρεάν σε οποιαδήποτε εκκλησία
πλησίον σας.
To μάτι μου έπεσε αμέσως, ως όφειλε, στον κώλο της. Αυστηρός και
σνομπ, όπως και η υπόλοιπη άλλωστε.

Ολόκληρο το σύνολο μύριζε φτηνή κωλώνια- θυμήθηκα το μεγάλο διαφανές
μπουκάλι της «Μυρτώ» και τη μεγάλη μου αδερφή που το ξόδευε με μια
άγρια χαρά κάθε φορά που ήξερα ότι πήγαινε να συναντήσει το Βασίλη (ή
μήπως τον έλεγαν Κώστα;).
Το δεξί της χέρι σκέπαζε την κοιλιά της, λες και ήταν χοντρή που
έκρυβε το πάχος της, το άλλο ήταν στο λουρί μιας μαύρης τσάντας, σαν
να φοβόταν ότι θα της την κλέψουν. Όσο περίεργο κι' αν ακούγεται,
θεώρησα ότι για να την πηδήξω θα έπρεπε να την κάνω να περπατάει χωρίς
να σφίγγει το λουρί της τσάντα της, να χαλαρώσει τη λαβή της σε
οτιδήποτε θεωρούσε ότι θα της έκλεβε ο κάθε αλητόβιος.

Είχα δίκιο.

Αγόρασε ένα πακέτο χαρτομάντιλα, εγώ ένα πακέτο τσιγάρα. Την
ακολούθησα διακριτικά. Την είδα να μπαίνει στην εκκλησία, μερικά
τετράγωνα παρακάτω. Φυσικά- ήταν Κυριακή πρωί. Συνειδητοποίησα ότι
είχα να μπω σε εκκλησία πάνω από οχτώ μήνες και κατάφερα να αποκτήσω
την πρώτη μου σωματική επαφή μαζί της τη στιγμή που οι ώμοι μας
ακούμπησαν ο ένας τον άλλον, καθώς ανάβαμε και οι δύο ένα κερί.

Την είδα να σκύβει ελαφρά για να φιλήσει μια εικόνα. Πράγματι, ο κώλος
της ήταν τόσο καλλίγραμμος όσο είχα ευχηθεί. Το μόνο που άκουγα εκείνη
τη στιγμή ήταν ο ήχος μιας φλέβας στο κεφάλι μου που χτυπούσε ρυθμικά,
καθώς το αίμα μου κατέβαινε προς τα κάτω. Η μυρωδιά του λιβανιού και
των κεριών με έκανε να καβλώνω ακόμα πιο πολύ. Ναι, τη φανταζόμουν
ολόγυμνη να σκύβει μπροστά σε μια εικόνα κι' εγώ από πίσω της, γυμνός,
να προσκυνώ τη θηλυκότητά της και όλοι τριγύρω να ψέλνουν τα τροπάρια
του ιερού μας ζευγαρώματος και ένα κερί να στάζει στην πλάτη της και
να της φέρνει ακόμα περισσότερη ηδονή και ο κότσος της να έχει
μεταμορφωθεί σε κρίνο που θα μυρίσω όταν φτάσουμε και οι δύο σε
οργασμό και θα μείνω έγκυος μέχρι να πεθάνω και να γεννήσω την
τελευταία μου ανάσα ξέροντας ότι η ψυχή που θα βγει από τα χείλη μου
δεν θα ήταν η ίδια αν δεν.
Στάθηκε όρθια, στην πλευρά των γυναικών. Εγώ από την άλλη μεριά, την
κοίταζα όσο πιο διακριτικά μπορούσα. Είδα τον τρόπο που έστρωνε τα
μαλλιά της, τον τρόπο που σούφρωνε τα χείλη της σαν να της ερχόταν μια
σκέψη που ήθελε να διώξει και παρακαλούσα αυτή της η σκέψη να ήμουν
κάποτε εγώ, αυτή η σκέψη που θα την έκανε να μη θέλει να θέλει, αλλά
τελικά να θελήσει και όχι μόνο να θελήσει αλλά να θέλει κι' άλλο.

Η λειτουργία τέλειωσε, οι περισσότεροι πήγαιναν να μεταλάβουν, αυτή
κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Πήρα την απόφαση να της μιλήσω, θεωρώντας
ότι θα ήταν καλύτερα οι πρώτες μας κουβέντες να ανταλλάσσονταν μέσα
στην εκκλησία.

«Πιστεύεις;», της είπα. Ήμουν σχεδόν μισό μέτρο από πίσω της, η φωνή
μου ήταν όσο δυνατή χρειαζόταν για να την ακούσει εκείνη και κανένας
άλλος, εκτός ίσως από το Θεό. Δεν μ' ένοιαζε όμως και να μας άκουγε.
Ήξερα ότι ήταν σύμμαχός μου εκείνη την ώρα.
Γύρισε και με κοίταξε, όχι ακριβώς απορημένη, ούτε ενοχλημένη. Ήταν η
έκφραση που παίρνει κάποιος όταν τον ρωτάς π.χ ποιο είναι το αγαπημένο
του χρώμα.
«Φυσικά», απάντησε. «Δεν σας αφορά όμως η δικιά μου πίστη κύριε».

Ο πληθυντικός της ήταν ευστοχότατος, όχι γιατί όφειλε να είναι ευγενής
μαζί μου αλλά γιατί δεν ήμουν ένας αλλά δύο, πολλοί, τριγύρω της, πάνω
της, μέσα της. Ήμουν σε οποιοδήποτε χώρο είχε να κάνει μ' εκείνη.

«Μην είσαι επιθετική», της είπα κοιτάζοντάς την όσο πιο έντονα
μπορούσα χωρίς να την κάνω να τρομάξει. «Δεν ρώτησα αν πιστεύεις στο
Θεό, ρώτησα αν πιστεύεις στην ηδονή».
Δεν ξέρω πώς μου ήρθε αυτή η φράση. Αυτό που ξέρω είναι ότι ήταν ίσως
η πιο κατάλληλη. Μου χαμογέλασε και έδειξε να χαλαρώνει αρκετά.
«Πιστεύω ότι είστε αγενής», μου είπε, χωρίς όμως να δείχνει καθόλου
ενοχλημένη.

Το χέρι της σταμάτησε να σφίγγει το λουρί της τσάντας της και ίσιωσε
αμήχανα τη φούστα της. Αναγνώρισα και άλλα σημάδια που έδειχναν ότι με
γούσταρε, όπως ένα ελαφρύ κοκκίνισμα στα μάγουλά της και ένα
ανεπαίσθητο τρεμάρισμα των βλεφάρων της.
Η φωνή της μου θύμιζε την πρώτη μου ξαδέρφη, την Ιωάννα που ήμουν
ερωτευμένος μαζί της στο δημοτικό, η ανάσα της μύριζε όπως μυρίζουν οι
ανάσες νεαρών κυριών που έχoυν περάσει ένα ένα ολόκληρο βράδυ
διαβάζοντας άρλεκιν, όπου ο «φαλακρός ιππότης παραβιάζει το κάστρο
της» και πάντα αυτός «την κρατάει στα στιβαρά του μπράτσα» και εκείνη
αισθάνεται «τόσο ασφαλής όσο όταν κοιμόταν το βράδυ στο ίδιο κρεβάτι
με τους γονείς της».

Το πήδημά μας προμηνυόταν θεϊκό.

Τους πρώτους θετικούς οιωνούς τους είχα λάβει, και μάλιστα σε ιερό
έδαφος. Ήξερα ότι δεν ήταν η περίπτωση γκόμενας που τη συναντάς, την
πας για καφέ, μετά για κάνα ποτό και μετά στο κρεβάτι σου. Αυτή ήθελε
προσπάθεια, ήθελε στρατηγική, ήθελε σχέδιο. Σκοπός μου λοιπόν ήταν να
ανοίξω ένα δίαυλο επικοινωνίας μαζί της. Η δεύτερη ερώτησή μου ήταν
εξίσου εύστοχη με την πρώτη:

«Μήπως έχεις email?».

Δεν μου απάντησε αμέσως. Κατευθύνθηκε στο προαύλιο του ναού, αυτή
μπροστά, εγώ από πίσω της σε απόσταση όχι αναπνοής αλλά βογκητού. Σε
εκείνη την απόσταση που άμα απλώσεις το χέρι σου, φτάνει να της
χαϊδέψεις τον κώλο και να της βάλεις και δάχτυλο.
«άι-ελ-τι-εφ-εμ-ατ-γιαχού-τελεία-τζιάρ», ψιθύρισε τελικά και επιτάχυνε
το βήμα της.

Success.

Την είδα να ξεμακραίνει και μου φάνηκε ότι τώρα, εκτός από το
ξεσφίξιμο της τσάντας, διέκρινα και μια αλλαγή στο βάδισμά της. Ήταν
πιο θηλυκό, το κεφάλι της πιο ψηλά, οι γοφοί της ένα εκρεμμές,
δεξιά-αριστερά, που μετρούσε όχι το χρόνο αλλά την ασημαντότητά του.

Γύρισα σπίτι, έφτιαξα έναν δυνατό καφέ και άραξα στον καναπέ. Την
έπαιξα για πάρτη της τρεις φορές στο καπάκι, κάνοντας διάλειμμα από
την ανάγνωση των φυλλάδων της Κυριακής. Η αλήθεια είναι ότι οι
φυλλάδες της Κυριακή πρέπει να έπαιξαν και ένα ρόλο στην αύξηση της
λίμπιντό μου- κάθε φορά που την έπαιζα μετά από την ανάγνωση μιας
είδησης/άρθρου, ήμουν και πιο καβλωμένος. Ήταν ίσως η αντίθεση που
δημιουργούνταν ανάμεσα στον πραγματικό κόσμο των εφημερίδων και στον
έκφυλο άγγελο που μόλις είχα γνωρίσει.

Ο έκφυλός μου άγγελος. Αυτός που θα τον έπαιρνα και μετά θα με έπαιρνε
με τη σειρά του, θα με κουβάλαγε ψηλά, με τα φτερά του να στάζουν
σπέρμα, και όταν φτάναμε κοντά στον ήλιο θα λιώναμε και οι δύο από
ηδονή και θα πέφταμε μαζί, νομίζοντας ότι θα τσακιστούμε. Και εκεί που
θα βλέπαμε ότι το έδαφος της πραγματικότητας πλησιάζει επικίνδυνα, θα
την έπαιρνα ξανά, και θα πετάγαμε πάλι.
Ξανά. Ξανά. Ξανά. Θα πέφταμε και θα ανεβαίναμε, όπως οι χαρταετοί.
Ναι, θα ήμασταν μαζί ένας χαρταετός και το σχοινί μας θα τράβαγαν τα
ένστικτά μας.

Το ίδιο βράδυ της έστειλα email:

«Δεν ξέρω το όνομά σου. Δεν με νοιάζει και να το μάθω. Θέλω όμως να
μάθω εσένα. Συγχώρεσέ μου την παρορμητικότητά μου, απλά είμαι αληθινός
ως προς την αναστάτωση που μου δημιούργησες. Αν δεν απαντήσεις σ' αυτό
το mail, να ξέρεις ότι θα σε περιμένω στην ίδια εκκλησία, την ίδια
περίπου ώρα, την επόμενη Κυριακή».

Καμία απάντηση. Οι μέρες πέρναγαν κι' εγώ είχα πάθει εμμονή. Τη
φανταζόμουν ολόγυμνη. Τη φανταζόμουν ντυμένη μόνο με ένα άσπρο ράσο,
να λειτουργεί και μετά να σκύβω μπροστά της για να κοινωνήσω. Να είναι
η μεταλαβιά της όχι κρασί αλλά το ίδιο της το αίμα, το αίμα μιας
θεότητας που ήρθε να με λυτρώσει από τη μίζερη καθημερινότητά μου και
εγώ να την έχω σταυρώσει πάνω στο κρεβάτι μου όχι πριν από, αλλά για
δυο χιλιάδες χρόνια.

Η μη απάντησή της δεν ήταν απόρριψη. Ίσα- ίσα, θεώρησα ότι ήταν μια
πλήρης αποδοχή μέσα στο μυαλό μου. Η αποδοχή του ότι η όποια
επικοινωνία μας χωρίς να αντικρίζουμε ο ένας τον άλλο ήταν αμαρτωλή.
Γιατί θα ήταν αμαρτία να μην βλέπουμε ο ένας τον άλλον, να μην
μυρίζουμε ο ένας τον άλλον, να μην καταβροχθίζουμε ο ένας τον άλλον.
Ναι, ήξερε ότι ήταν αμαρτία. Και απλά ήθελε να με προφυλάξει.

Ήρθε η Κυριακή και πήγα στην ίδια εκκλησία, φορώντας και τα ίδια
ρούχα. Στάθηκα στο ίδιο μέρος και την περίμενα να εμφανιστεί. Την
είδα. Είχε τα μαλλιά της λυτά και το κόκκινο πουκάμισο (αντί για άσπρο
την προηγούμενη φορά), κάτω από τη μαύρη ζακέτα, έδινε κάποιο χρώμα
στο ντύσιμό της. Αισθάνθηκα σαν να με φλερτάρει με αυτή της την
εμφανισιακή αλλαγή, ήμουν σίγουρος ότι το είχε κάνει για μένα. Δεν με
αναζήτησε καθόλου για ένα μισάωρο περίπου. Μετά την είδα να κοιτάζει
ακριβώς προς τα μένα. Το βλέμμα της επίμονο. Ήταν σαν να μην ήθελε να
είμαι εκεί, αλλά σαν να μην ήθελε και να φύγω.
Η λειτουργία τέλειωσε. Την πλησίασα. Δεν με κοίταξε. «Πάμε κάπου
μαζί;», της είπα.
«Πάμε σπίτι μου», είπε επιτακτικά. «Ακολούθησέ με. Διακριτικά σε παρακαλώ».
Σκέφτηκα ότι δεν είχα μαζί μου προφυλακτικά. Σκέφτηκα ότι δεν περίμενα
να με καλέσει σπίτι της. Μάλλον, προτιμούσα να μην με καλέσει σπίτι
της.

Είχα μπερδευτεί. Την ακολούθησα σαν υπνωτισμένος, κρατώντας στο χέρι
μου ένα κερί που άρπαξα βγαίνοντας από την εκκλησία. Ήταν αναμένο.
Θα της το πρόσφερα. Της ταίριαζε πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε λουλούδι.
Εξάλλου, αυτή το είχε ανάψει.
Κι' αυτό, κι' εμένα.

Έκανα φωναχτά στον εαυτό μου την ερώτηση που είχα κάνει σ' εκείνη, μια
βδομάδα πριν.
«Πιστεύεις;»

Η ερώτησή μου έσβησε το κερί.
Θεώρησα ότι η απάντησή μου θα το ξανάναβε.
«Ναι».

(συνεχίζεται...)
http://abelofilosofies.blogspot.com

--
Η Έβελυν (Jokes-Robot(@)ceid.upatras.gr) γράφει :
Μη μου λες πως δεν κερδίζω τίποτα με το να ανησυχώ. Εγώ ξέρω καλύτερα.
Τα πράγματα για τα οποία ανησυχώ, δεν συμβαίνουν.
			Watchman Examiner
________________________________________________________________________
          Joke of the Day ... Ελληνική Λίστα Ανεκδότων
             https://anekdota.duckdns.org
        ___ Η JotD βγαίνει σε Ελληνικά και Greeklish ___
________________________________________________________________________

Γραφτείτε και εσείς στην Ελληνική Λίστα ανεκδότων (JotD) και στείλτε τα ανέκδοτά σας!!!

Επιστροφή στον κεντρικό κατάλογο αυτού του αρχείου